Δευτέρα, 31 Μαΐου 2010

Η πρώτη του νύχτα



Είναι η νύχτα που με σκιές με κυνηγάει κι εγώ πήρα το χρώμα της άμμου,το ντύθηκα και περιμένω να ξαστερώσει. Δεν έχω λόγο να βιαστώ, δεν έχω ύπνο.
Κοιμάμαι μόνο όταν μπορώ να ελέγξω τα όνειρά μου , μα τόσο σπάνια μου συμβαίνει.
Συνήθως τα ηνία τα παίρνουν οι πληγές που δεν έχουν μάτια να κλείσουν , 
ούτε αν δουν τα αστέρια θα παρηγορηθούν.
Το σώμα απλώς αρνείται την παράδοση 
σ'ενός θανάτου αδερφό σωσία.
Πότε αργά , πότε νωρίς όμως θα με πάρει ο ύπνος σε μια καρέκλα μπαλκονιού
χωρίς αντίδραση δική μου θα τον νοιώσω να ρουφά κάθε μου ελπίδα να ξυπνήσω.
Με μια εικόνα το ταξίδι θα το κάνω, ενός αγέννητου μωρού στα δυο μου χέρια 
να του φωνάζω και απ΄τα σπλάχνα μου να ξέρω πως γεννήθηκε 
κι εκείνο δίχως τα χείλη του να τα κινεί να μου απαντά : είμαι η νύχτα που φοβήθηκες πως θα'ρθει.

Κυριακή, 30 Μαΐου 2010

Ανυπάκουοι χρόνοι VI

Ακόμα και η πιο κοινότοπη λέξη
                      δημιουργεί τη δική της σκιά. 


Η αμφιβολία είναι μια πόρτα ανοιχτή.
                   Η σιγουριά ένα κλειστό παράθυρο. 


Και οι δύο έχουν τη σκιά τους 
               και στη σκιά τους στέκομαι να δροσιστώ.

4 φρέσκες πράξεις (πράξη IΙI )

Κοιτάς τα χέρια σου και μοιάζουν ικανά να σε προδώσουν. Όμως το αδύνατο που θες να τους χαρίσεις είναι αρκετή προσποίηση να δώσεις πως κινούνται.

Ίσως η κίνηση τους χτίσει μια ψευδαίσθηση, ίσως κι ακόμη να σου χτίσουν όσα γκρέμισαν τα ίδια. Αυτή σου η πράξη δε θυμίζει την αφή, ούτε στις  5 βασικές αισθήσεις μπαίνει. Θα την ονόμαζες ανάσα μα σε κάτι υπολείπεται. Λέγεται μόνο διάθεση να βγεις απ'τα δεσμά σου. 

Παρασκευή, 28 Μαΐου 2010

Οδός θεωρίας


Τρέχοντας ο νους φτάνει στην άσχημη αιτία του φευγιού,
αυτής που οδήγησε το ξαφνικό να γίνει τώρα.
Δε βρίσκεται η αλήθεια και ούτε οι αφορμές προετοιμάζονται.
Κοντά μας όλα μπορεί να μοιάζουν προμελετημένα, 
οι άνθρωποι να διαγράφονται και να αποχωρούν 
σαν παίκτες παιχνιδιού που για να περάσουμε την ώρα το ξεκινήσαμε 
και στην πορεία βάλαμε στοιχήματα ποιος θα απομείνει τυχερός ... τυχερός και τελευταίος όμως σπάνια συνώνυμα θυμίζουν .
Υπάρχουν θεωρίες και θεωρίες 
για σύμπαντα που συνωμοτούν να ξεπληρώσουν τους χαμένους ,
για αισχρά φερσίματα που τιμωρούνται 
και για πληγές που εξαγνίζονται ...
Αυτές οι θεωρίες όμως νερό καθάριο δεν είναι 
ούτε φάρμακο να τις πιω .
Με τρώνε και με λυτρώνουν να τις σκέφτομαι, 
δεν είναι τόσο ασήμαντες για να τις καρτερώ...
Θέλουν όμως 2 οι θεωρίες να πηγαίνουν, 
έναν να τις ακούω και έναν να τις απαγγέλλει 
και να τις πιστεύει.
Αυτό το 2 παντού δεν είναι πια η λύση;
Το φευγιό μου κάνει νόημα, 
δε δίνω βάση όσο πρέπει,
δεν είναι ακόμα η στιγμή να αδειάσω αυτή τη θέση.
Αυτό και μόνο μου αρκεί να μου αρέσει η ζωή 
κι ας φέρομαι ανόητα κι ας ήμουν νύχτα μέρα
κι ας κράτησα τα λάθη μου σφιχτά παιδιά από τα χέρια μου ...
Κρύβομαι χωρίς τη σιγουριά πως θα κερδίσω κάποτε
σ'αυτό το παιχνίδι κουράστηκα όταν οι γύρω ήδη τερμάτισαν.
Άλλη μια θεωρία με ξεπερνά, πως όποιος γελά στο τέλος γελά καλύτερα. 
Αλλά ακόμα κι αυτή δε μου εγγυάται αυτιά να ακούσουν το γέλιο μου.


(Οι μνήμες διορθώνονται μυστικά, 
τις κλέβουν μαζί αυτοί που αποχωρούν 
κι ότι περισσεύει έχει την τάση να εξωραΐζει τις αμυχές.)

Τετάρτη, 26 Μαΐου 2010

Πορφυρή της άνοιξής μου ανάσα

Η άνοιξη μου θυμίζει πόνο, 
στόμα που διάπλατα ανοίγει κι από μέσα φυτρώνουν χρωμάτων αγκάθια και χλωρά φύλλα.
Θέλει να αγαπηθεί και να δώσει αφορμές να αναζητήσουν το κορμί του,
σαν από πάντα να έλειπε και απαρατήρητο τώρα να μένει.
Ούτως ή άλλως ένα κορμί πρόσκαιρη χαρά προσφέρει,
ενώ τώρα καθώς η βλάστηση το πνίγει,
λάμπει σαν να κατάπιε όλο το οξυγόνο που η καρδιά του άντεχε να πιει.
Πίσω όμως απ'τις τρύπες του προσώπου αυτού
κρύβεται ένα εργοτάξιο
πληγωμένων εγωισμών που τα γεννά τα πορφυρά τα χρώματα 
και τα αλμυρά ποτάμια.
Τα φρύδια ολοζώντανα 
γεμάτα από θρύλους πως μέσα κρύβουν το φευγιό
και της αποστροφής του τον προδότη 
ακροβατούν πάνω απ'το βλέμμα του φόβου, 
εκεί που πυκνώνει το δάσος και πνίγει τις αισθήσεις...
Αυτό που υπέρτατη χαρά για κάποιους είναι, 
για εκείνον είναι οδύνη.
Φέρνει στο νου τα χέρια που δε φτάνουν αρκετά να αγγίξουν.


Όσο ζεσταίνει το κορμί για καλοκαίρι
τόσο η καρδιά θα φλέγεται 
κι έχει στη μέση της παλάμες που την έκαψαν.

Κυριακή, 23 Μαΐου 2010

Λιγότερο στην πτήση μαθητής

Θυμάμαι να πετάω , δε θυμάμαι όμως τα βλέμματα των ανθρώπων να με κοιτούν , ούτε οι δείκτες των χεριών τους να με σημαδεύουν κι ας το ήθελα, όχι από θαυμασμό να γίνεται αλλά για να μπορούσα τώρα να ζητήσω μιαν επιβεβαίωση πως ναι, ήταν αλήθεια τότε που πετούσα, ήταν οι μάρτυρες μαζί μου και έχουν λόγο να το υποστηρίξουν. 
Ίσως να ήταν όνειρο πως πέταξα ή να μην έχει ο άνθρωπος πολλές φορές τη δυνατότητα να πράξει αναλόγως με πουλί. Κι αν είχα γεννηθεί με φτέρωμα και έλξη προς τα πάνω, νομίζω τώρα η βαρύτητα με κάνει να μη κινώ τα βήματά μου ούτε για λίγο.
Παρατηρώ όμως πολύ, κοιτάζω γύρω μου τους άλλους όμοιούς μου, παραμονεύοντας να δω αυτοί πώς ζούνε, συμβιβασμένοι με την πεζή μας διαδρομή ή μοναχά απροετοίμαστοι να την αφήσουν πίσω τους; Έστω και έναν τους αν δω πως τάχα ανασηκώνεται από το έδαφος, έχω το φόβο πως θα τρέξω να του φορτωθώ στην πλάτη, να απειλήσω να τον ρίξω αν δεν με πάρει ως τα ψηλά μαζί του. Σαν όνειρο θα ήταν κι ας ξέρω πως τη δύναμη δεν έχω να το κάνω.
Θα ήμουν βάρος και προσωρινά ουράνιος, αν μέσα δεν κατόρθωνα τις μηχανές να βάλω μπρος σύντομα θα κατέληγα να πέφτω. Άπτερος κι αναπόδραστος... είναι οι λέξεις τόσες πολλές που με ζαλίζουν, ακόμα κι αυτές με δύναμη στροβίλου αποδεικνύουν την υπεροχή τους απέναντί μου, έχουν τα φτερά και την τόλμη και πετούν... Τόλμη χρειάζεται ή μόνο σκέψη; 
Η σκέψη έρχεται όταν τα πόδια μου λυγίζουν όχι από δύναμη αλλά αδυναμία. Παιδί ήμουν όταν το πρωτοσκέφτηκα, όταν εκδήλωσα αυτήν την αδυναμία να ανεχτώ το χώμα ισόβιο φιλί στα πόδια μου. Τι κι αν στα μάτια της ορκιζόταν έμοιαζα ότι μια μέρα θα πετούσα και το καμάρι της θα ήμουν, έφτασα ίσα μέχρι το κεφάλι της να στέκομαι , ο γιος κάποτε θα έπρεπε να ήταν πιο ψηλά απ'τη γενιά την προηγούμενη.
Δε θα θελα τίποτα προς το παρόν, ούτε να φτάσω ένα βήμα παραπάνω αν δεν το αξίζω. Τι να το κάνεις το κενό αν δεν του βάλεις λίγη αξία να το βάψεις... Θα ήθελα μονάχα να θυμηθώ πως το μπορώ, πώς έχω μέσα μου τις οδηγίες πτήσης. 

Σάββατο, 22 Μαΐου 2010

Ψυχρό Σάββατο








(portrait of Luther Burbank - Frida Kahlo)



Μου άρεσε πάντα η ιδέα

ο θάνατος να γίνεται αφορμή να ανθίσει ένας κόσμος , 
να αρπάξει ένας καρπός την ευκαιρία να γίνει δέντρο
που όλο θα μεγαλώνει
κι όσο οι ρίζες του θα χάνονται στην άβυσσο, 
εμείς θα κλαίμε το χαμένο συγγενή μας.
Θα τον θυμόμαστε κάτι μέρες σαν και τη σημερινή, 
των Ψυχών το Σάββατο
και θα γλυκαίνουμε τη μνήμη με μαϊντανό στο στάρι βουτηγμένο.
Τώρα που η γεύση δεν έχει την αξία που της δίναμε κάποτε, 
ελεύθερα γευόμαστε την αποτυχία του ανθρώπου 
να φάει το χώμα που τον σκεπάζει.
Όλα τα μπορούσε 
και τώρα με καρπό μοιάζει και φρούτο ...

4 φρέσκες πράξεις (πράξη IΙ )

Βλέπεις τους ξένους και απορείς πως γίνονται να μοιάζουν άγνωστοι. Κι όμως όλοι κουβαλούν κάτι που κι εσύ αντέχεις. Όλοι στο βλέμμα έχουν φορτίο , μιαν απορία για το μετά.





Μετά από δω το φρέσκο χώμα, μετά από δω νερό της λήθης. Κι όμως κανέναν δεν πλησιάζεις . Η δεύτερή σου πράξη δε λέγεται υπενθύμιση για όσα κοινά σας συνδέουν και τα ξέχασες, αλλά πλησίασμα να ανακαλύψετε τι άλλο θα είναι δυνατό να σας ενώσει.

Τετάρτη, 19 Μαΐου 2010

Κινούμενες και ρόδινες τοξίνες


Με ένα κλουβί διασχίζεις τις λεωφόρους, 
ανοίγεις δρόμους με τις ρόδες του να αστράφτουν.
Η μηχανή του σε ζαλίζει 
κι απ'το παράθυρό να αποτυπώσεις τις εικόνες δεν προφταίνεις...
Η πόλη είναι γεμάτη με ανθρώπινες κονσέρβες , 
μετακινούμαστε χωρίς να ξέρουμε πόση αρμύρα κουβαλάμε, 
εσύ όμως το υποψιάζεσαι πως μέσα σε κάθε λεωφορείο όλοι μοιάζουν κοινότυποι και απαράλλαχτα όμοιοι.
Χαζεύεις απ'τα μάτια του χωρίς να ξέρεις τι κοιτάζεις...
είναι σκιές που κυνηγάς ή τρέχεις από εκείνες να ξεφύγεις;
Δεν έχει τόση βιασύνη πια η ζωή μας, εμείς γιατί δε θέλουμε να το καταλάβουμε; 
Τα κάγκελά του είναι αυτά που σε στηρίζουν, 
έτσι που βίαια ξεφυτρώνουν στο κουφάρι του.
Το μέταλλο τους είναι απλό , λείο κι όμως το χέρι σου γαντζώνεται.
Χωρίς να θες να το χρειάζεσαι, πρέπει με αυτό να γίνεις φίλος την κατάλληλη στιγμή που το όχημα το φρένο θα πατήσει.
'Οχι με άλλους που στην ίδια μοίρα βρίσκονται , αυτοί δεν έχουν λογική για να σε φτάσουν . 
Έκαστος το νου τον έχει στη δική του στάση, το δικό του το κουμπί έχει την παραπάνω σημασία.
Είναι που μοιάζουν τα κλουβιά με του μυαλού μας τις τοξίνες, πηγαινοέρχονται και φεύγουν χωρίς ποτέ να συναντιούνται ειλικρινά οι εαυτοί μας . Παίρνω το 843 και καταλήγω σε μια νεύρωση ή από αυτή ξεφεύγω ; Αυριανό μου δρομολόγιο, κάνε μια στάση να κατέβω. 
(O πόθος έμεινε ασπρόμαυρη ταινία κι αυτό το λεωφορείο δεν πάει προς το παρελθόν) 

Δευτέρα, 17 Μαΐου 2010

Λόγια επιτραπέζια


Όσο θυμάμαι ο εαυτός μου είχε πρόβλημα με τις λέξεις. Ποτέ δεν έβρισκε τις σωστές για να εκφράσει αυτό που ήθελε, είτε αυτό ήταν πόνος, είτε θυμός, είτε οργή, είτε χαρά, σε βαθμό να αμφισβητεί αν το θέλει πραγματικά.  Άπειρες φορές επέστρεφε στο σπίτι σκεπτόμενος απαντήσεις που θα μπορούσε να είχε δώσει σε πρόσωπα που κακώς άφηνε να πιστεύουν πως τον αποστόμωναν.
Αποστομώνω : δίνω την απάντηση που δε θα ήθελα να ακούσω και τρέχω να χαρώ βλακωδώς τη νίκη μου.
Αυτό το συνήθειο άργησε πολύ να τον εγκαταλείψει.Οι αφορμές δεν έπαψαν αλλά εκείνος δεν είχε πια το χρόνο και τη διάθεση να απαντήσει. ( Μιλώ για μένα σε τρίτο ενικό πρόσωπο γιατί με εγκατέλειψα κι εγώ κάποια στιγμή μαζί με άλλες αρκετές δυσάρεστες συνήθειές μου.) 
Μεγαλώνοντας βρήκα τον τρόπο να θυμώσω με μένα. 
Θυμός : Άρνηση να συμβιβαστείς με τα μέσα και τα έξω λάθη.
Να θυμώσω τόσο όσο χρειάζεται για να μάθω να δειπνώ μαζί με τις λέξεις προτού τις αποβάλλω. Κάθε μου λέξη θα έπρεπε να είναι ένα γεύμα που δοκιμάζεις εσύ αυτό που μαγειρεύεις προτού το σερβίρεις. Σίγουρα στην αλμύρα του και στη θερμοκρασία χωράει πάντοτε βελτίωση. Κι ας έρθει η απάντηση σαν κρύο πιάτο, είναι ανάγκη να μου να βγει στο αλάτι πρέπουσα.
Γεύμα : η ικανότητα προσφοράς τροφής , πνευματικής ή υλικής σε αχόρταγα μυαλά και στόματα που θα ζητήσουν κι άλλο για να επιβιώσουν.
Έμαθα λοιπόν να παίζω μ' αυτές και μόνο παίζοντας με τις λέξεις κατορθώνεις πολλά. Να τις αποδυναμώνεις και να τις αφήνεις στο στόμα σου να υγραίνονται προτού γλιστρήσουν από τα χείλη σου. Έτσι θα ακουστούν περισσότερο μαλακές, γιατί σκληρή κουβέντα δεν έχεις λόγο να πεις. Έχεις το βλέμμα να πεις τα άλλα, τα σκληρά και ανελέητα.
Όσος καιρός όμως περνάει τόσο βρίσκομαι πελαγωμένος σε ένα ταμπλό με αναρίθμητα λύματα , όλα φραστικά - άλλοτε ξεκάθαρα κι άλλοτε περιφραστικά και πρέπει να μαζέψω τα γράμματα ένα προς ένα για να βρω τη σωστή διατύπωση. Όσο περισσότερα τα γράμματα, τόσο πιο δύσκολα σκέφτεσαι τον καλύτερό τους συνδυασμό . 
Πελαγωμένος : Μετοχή βρεγμένη και ανήμπορη να σου απλώσει το χέρι, όταν εσύ είσαι και μπλεγμένος, βουτηγμένος , ενίοτε και καραβοτσακισμένος.
Το είπα και πριν , δυσκολεύομαι από παιδί να το πετύχω αυτό το γράμμα, το αρχικό. (Συνειρμικά το ''π'' το έχω στο νου μου για παιχνίδι . Αυτό το ''μ'' θυμίζει πάντα το όνομά μου και τη μοίρα, ενώ το ''δ'' λίγο από δόλιος και ατυχής και λίγο δό-λιος και πονηρός μου φέρνει.) Αυτό που θα μου δώσει ένα σπρώξιμο για να λυθεί η γλώσσα και όλα τα υπόλοιπα να τρέξουν προς τα έξω να ελευθερωθούν. 
Αλλά η δυσκολία μου είναι τέτοια που την κοιτάζω και γελώ. Ζώντας βλέπω τις στιγμές που τα γράμματα πηδούν από το στόμα μου και πέφτουν, όχι πλέον στον γκρεμό αλλά στα αυτιά των παρευρισκόμενων, να πληθαίνουν. Άλλοτε άτσαλα, άλλοτε περίτεχνα. Η προσπάθειά μου μετράει, έτσι πιστεύω. Ότι έτσι μπορώ να πάρω νέα γράμματα από το σακουλάκι και να ζήσω και σε νέους χρόνους τη χαρά να κλίνω το παρόν και το μέλλον μου με λόγια . Και με έργα. 
Μέλλον : αυτό που όλοι συζητούμε, χωρίς να ξέρουμε ούτε σε ποιον ανήκει, ούτε σε ποιον θα φτάσει και σε ποιον θα περισσέψει. Ένα Μ κεφαλαίο. Το δικό μου.

Κυριακή, 16 Μαΐου 2010

4 φρέσκες πράξεις (πράξη I )

Στο κέντρο κάθε σκέψης κρύβεται μια κλωστή που τη δένει με τις υπόλοιπες.
Αν βίαια προσπαθήσεις να την τραβήξεις τα πάντα θα καταρρεύσουν.  





Κλωστή κι εσύ που ξεκινούν να σε υφαίνουν , χωρίς να ξέρεις το σχέδιο και το μέγεθος που θα καταλήξεις. 
Η πρώτη σου πράξη δε λέγεται αντίσταση σ'αυτούς που σε κρατούν στα χέρια τους, αλλά πείνα να καταπιείς μία μία τις κλωστές σου να μην αφήσεις τίποτα να έχουν για να παίζουν.

Σάββατο, 15 Μαΐου 2010

Τα αόρατα σου κάγκελα

Σκύβω το κεφάλι μα τα μάτια μου αντιστέκονται
έχουν προτίμηση να βλέπουν προς τα πάνω 
και ποιος να τους χαλάσει το χατήρι έχει κουράγιο...
Μέρα βροχής που στάζει ο ουρανός, 
την προτιμώ έτσι τη φύση που με εκπλήσσει
και βγαίνω από το σύνηθες.
Όπου το σύνηθες το λες και άγευστο.
Περπατώ στους δρόμους της πόλης να βραχώ, 
αλλά αυτές της μέρας οι ψιχάλες ήταν μικρές
ή εγώ μεγάλος για να μη μείνω στεγνός. 
Κοιτάζω γύρω μου και βλέπω κάγκελα 
σε μαγαζιά , βιτρίνες αμπαρωμένες και λουκέτα έτοιμα να πολεμήσουν
να προασπιστούν την περιουσία τους.
Με πιάνει μια μελαγχολία για τη ζωή που τόσο φοβάται δίχως λουκέτο να κυκλοφορήσει, 
για τις μεταλλικές αγκαλιές καταστημάτων που κρύβουν κάτω αυτό που σου πουλάνε, 
κάτω από το μέταλλο αυτό που λαχταράς. 
Σαν τις καρδιές που θες να αγαπήσεις, κάτω από το μέταλλο ο ζωντανός κόκκινος χυμός τους.
Για ποια κλειδαριά όμως πρώτος εσύ να ψάξεις όταν ο κόσμος όλος γέμισε λουκέτα και τα κλειδιά τα πέταξε;
Φόβος ατομικός, συλλογικός , μεταμοντέρνος. 
Αυτή η πόλη μοιάζει κήπος ζωολογικός με τόσα αμέτρητα κλουβιά ,
όμως τα ζώα ελεύθερα κυκλοφορούν και δε δαγκώνουν. 
Ξέχασαν να είναι ζώντα και άλλαξαν σε κάτι κρύο και κλειδαμπαρωμένο. 

Πέμπτη, 13 Μαΐου 2010

PERSONA (1966)

Υπάρχει μέσα μου μια στιγμή που θεωρώ ιερή, επίσκεψη από πνεύματα που με ξεπερνούν και πού και πού την παρουσία τους γεύομαι. Αυτήν τους την παρουσία τη χρωστώ σε μια θέαση πολύ παραπάνω από ό,τι είχα συνηθίσει και αυτήν τη στιγμή την ονόμασα Persona (1966).
Κάμποσα καλοκαίρια πριν, 7 για την ακρίβεια, την είδα πρώτη φορά. Θερινό σινεμά στο κέντρο της Αθήνας, ταράτσα και αγιόκλημα. Ήταν η πρώτη ταινία που είδα του συγκεκριμένου σκηνοθέτη (Ingmar Bergman) που στη συνέχεια έγινε ο αγαπημένος μου, όλων των στιγμών, κρίσεων, ενδοσκοπήσεων και αποφάσεων. Ακόμα όμως κι αν είχα υποψιαστεί πως δεν επρόκειτο να δω μια εύκολα προσβάσιμη ταινία, τίποτα δεν προμήνυε το σοκ που ακολούθησε.
Θυμάμαι στιγμή προς στιγμή τα χέρια μου να τρέμουν, το στόμα μου αχόρταγα να κολλάει πάνω στο ασπρόμαυρο φιλμ , που όμοια αποτυπωμένο ξανά δεν είδα. Η έκπληξη με ακολούθησε για ώρες. Οι ώρες έγιναν μέρες, μήνες, χρόνια μέχρι σήμερα ύστερα από διψήφιο αριθμό προβολών , να αναπολώ την πρώτη εκείνη φορά που την παρακολούθησα και να τη συγκαταλέγω στα πράγματα που θα ήθελα να ζήσω ξανά.
Ακριβώς τι είναι αυτό που με στοιχειώνει δεν κατάλαβα. Ίσως η  εναρκτήρια σκηνή με το νεαρό αγόρι που σαν από τον κόσμο των νεκρών ανασηκώνεται από το κρεβάτι και ακουμπά την οθόνη από όπου καταιγιστικά ξεπηδούν εικόνες . Ήταν μια περίοδος που αυτό το αγόρι ήμουν εγώ, με τα μυωπικά γυαλιά να ακουμπώ την οθόνη , προσπαθώντας να καταλάβω για ποια ζωή αξίζει να σηκωθώ στη γέννηση μου. Με έπεισα πως αυτά που με τα δάκτυλα ακουμπώ, είναι αυτά που στα όνειρά μου θα αποφεύγω ή θα κυνηγώ.


 


Έψαχνα τότε εναγώνια το πρόσωπό μου, ήμουν μορφή που περισσότερο σκιά την τύλιγε και απορία. Όλα ήταν παράλογα, άδικα, οργισμένα για να τα καταλάβω. Μιλούσα κι εγώ στον εαυτό μου όπως μια άλλη  νοσηλεύτρια Άlma (Bibi Andersson) στη νοσηλευόμενη Elisabeth (Liv Ullmann), δίχως να παίρνω απαντήσεις. Κατέγραφα μόνο εμπειρίες και όσα στην πορεία θα αποτελούσαν το δικό μου άγραφο σενάριο. Γυαλιά σκορπισμένα στο χώμα, εξομολογήσεις τολμηρές, αιφνίδια ξεσπάσματα γέλιου και κλάματος και φυσικά το ερωτικό πλησίασμα στη ψυχή. Όταν νοιώθεις ότι πια είσαι πολύ κοντά στο να γίνεις ένα μαζί της. Αυτή η σκηνή είναι θαρρώ το δικό μου νόημα στη ζωή. Αυτό το σφιχτό αγκάλιασμα των μορφών που χάνονται τα πρόσωπά τους και μοιάζουν όμοια να αποζητούν να κρυφτούν στη νύχτα τους.




Τότε λοιπόν ένιωσα πρώτη φορά πως έχω ψυχή που αξίζει να παραμονεύσω κι εγώ ένα βράδυ, να περπατήσω στις μύτες των ποδιών μου, να τη δω να κοιμάται , να την ακουμπήσω και να της χαιδέψω τα μαλλιά. Αυτή η εικόνα λέει τα πάντα. Και είναι ένα πάντα που κουβαλώ μέσα μου. 
Μέχρι τα τελευταία λεπτά της ταινίας που τα πρόσωπα των δύο πρωταγωνιστριών γίνονται ένα , έχω κι εγώ διαμορφώσει ένα ισχυρό θέλω, το πρώτο τότε στη ζωή μου, να μοιάσω περισσότερο σε αυτό που μου προκαλεί ρίγη, να βρω κι εγώ το άτομο μέσα μου, να γίνω και να φτάσω, να σμίξω και να ενωθώ με την Alma, να βρω αυτή την persona. Από τότε το προσπαθώ, αλλά είμαι ήδη σε ένα δρόμο που με κάνει να είμαι στιγμές στιγμές περήφανος. Αυτή η ταινία με κρατά ζωντανό. 

Τρίτη, 11 Μαΐου 2010

Μακά(β)ρια Νεύρα

Ίσως οι μέρες που στραβά απ'την αρχή πηγαίνουν είναι λίγες
κι αυτά τα δάκτυλα μου να ντρέπονται να τις μετρήσουν,
είναι όμως σφόδρα αρνητικές όταν θα φτάσουν
λες και μου τα φέρνουν όλα αναδρομικά.
Δεν υπολείπομαι σε γκρίνια όταν το θέλω,
όπως  εξίσου τις χαρές μου δε τις πιάνεις,
κι είναι αυτή η αμορφωσιά του γύρω κόσμου
που επιδιώκει να με δει εξοργισμένο.
Χωρίς να θέλω να φανώ ποτέ πιο πάνω,
έχω το θάρρος να ζητώ το παραπάνω
που σαν ξεβόλεμα το βλέπουν και μισούν
να πουν ότι σε κάτι ξεχωρίζεις.
Αυτή η στάση με θυμώνει, να μην προτείνεις κάτι εκεί που κρίνεις
λες κι ο κόσμος όλος λαχταρά τη μίζερή σου στάση.
Ακόμα όμως τη χαρά δεν έμαθα να δίνω
πως τα παράτησα δεν έμαθε κανείς.
Χορός και πάλι έντυσε τα νεύρα και τα ξέσπασα
μακάβρια μεν αλλά γερά
τα βήματα στο χώμα.






Κυριακή, 9 Μαΐου 2010

Αυτή η μέρα σου ανήκει


Γεννήθηκες σκυφτή, ούτε και ξέρω το γιατί.
Υπήρξες όμως λυγερόκορμο κορίτσι κι έτσι σε είδα κάποτε, 
σε ασπρόμαυρες φωτογραφίες και με χαμόγελα πλατιά και έγχρωμα.
Μεγάλωσες σκυφτή, με όνειρα που δεν τα πάλεψες
με συνταγές που δε δοκίμασες να φτιάξεις.
Δεν είχες το θάρρος; 
Κι όμως στα μάτια μου είσαι η πιο απ'όλες θαρραλέα.
Όταν ζευγάρι έγινες, δε γλύτωσες το ζυγό, αλλά και τότε δε μου στέρησες το χάδι
και την αγκαλιά σου. 
Άν είχα δάκρυα θα ήταν για να πλύνω τις πληγές σου  
κι αν είχα γέλια θα τα άφηνα στο προσκεφάλι σου. 
Τώρα μαθαίνω εγώ την έγνοια σου να έχω, αλλά κι αυτό ακόμη είναι σημάδι της αγάπης σου. 
Κάτι έκανες σωστά με μένα. Αυτή η μέρα σου ανήκει. Σε ευχαριστώ.






(ακόμα και τα άνθη σου το χρωστώ πως έμαθα να μη τα μπερδεύω )




χώρια τα αγκάθια από το άνθος κι απ'τη ζωή μου μόνο το χρώμα τους θα βλέπω



Σάββατο, 8 Μαΐου 2010

Ο ακάλυπτος



Έχω ένα χώρο που μόνο ουρανός τον βλέπει και των ανθρώπων τα μάτια τον μοιράζονται χωρίς κανείς να τον κρατά δικό του .
Έχω ένα χώρο σε ενικό αριθμό σε τετραγωνικά πληθυντικού. Αν ήταν στο χέρι μου θα ήταν όλα ενικού, όλα για έναν.
Έχω ένα χώρο που δε μπορώ να κρυφτώ, δε θα με δει κανείς ποτέ εκεί να κλάψω ή να γελάσω, να φιληθώ ή να φιλήσω, αν και δε θα πολυσκεφτώ να βγω από τον ύπνο όπως σηκώνομαι και με το πρόσωπο μου σκυθρωπό.
Έχω ένα χώρο που έχουμε όλοι μέσα μας, προορισμένο να κρύβει τις σκούπες και τα φαράσια μας, τα παλιά τα παπούτσια και τα λουλούδια που ντρεπόμαστε να δούνε οι πολλοί μας καλεσμένοι, τα απεριποίητα. Όλοι γνωρίζουμε για την ύπαρξή του σε μια συνωμοσία που αφορά πολλούς.
Έχω έναν ακάλυπτο χώρο μέσα μου που δεν κατάλαβα πως πρέπει να φροντίσω  και έτσι του στέρησα όση προσοχή θα είχα να του δώσω. Στο τέλος με εκδικήθηκε και μου επέστρεψε τον χαρακτηρισμό του.
Έγινα εγώ ακάλυπτος. Άχρωμος, πότε πότε με λίγο αναρριχώμενο κισσό να αγκυλώνεται στους τοίχους ή τις κεραίες από την οροφή να σκύβουν να τινάξουν τη σκουριά τους πάνω μου. Και με πολλά παράθυρα να με κοιτούν, μάτια ανοικτά που ενώ θα έπρεπε να αερίζουν το εσωτερικό των σπιτιών, εμένα με γεμίζουν βάρος. Νοιώθω τόσες τις πνοές και μολυσμένες τις ανάσες των ανθρώπων που θα εκτιμούσα τα κλειστά τους τα παράθυρα. Να έχω λίγη απομόνωση έστω εκεί σε έναν ακάλυπτο γυμνός κι εκτεθειμένος.

Πέμπτη, 6 Μαΐου 2010

Νυχτερινά ποτά ΙΙ

Αυτή του χάους η αρμονία είναι συνθήκη που βιώνουμε σαν θέση . Όλα στρεβλά, όλα σαν είδωλα από καθρέφτη παραμορφωμένα. Ποιος θα το σπάσει αυτό το γυαλί που μας χωρίζει από τη ζωή που ονειρευόμαστε να ζούμε ;
Κανείς και πουθενά δεν είχε αυτή τη θέληση. Κανείς και πουθενά δεν είπε μια στάλα αλήθειας να μας βγάλει από το σκοτάδι. Σ'αυτό μας το ποτό το νοθευμένο , που θέλουμε ζωή να το ονομάζουμε , ας πούμε μιαν ευχή να μη ξυπνήσουμε ποτέ ή να ξυπνήσουμε πιο γρήγορα και ύστερα ας το σπάσουμε, πετώντας το απάνω στη σκιά μας. Είτε επιλέξουμε να κοιμηθούμε κι άλλο, είτε τα μάτια μας να ανοίξουμε, αυτού του ποτού δεν αποφεύγουμε την πόση. Ας ευχηθούμε στην υγειά μας. 

Τρίτη, 4 Μαΐου 2010

επί σκεψη

Έρχεται και το παράθυρό σου το κτυπά. 


Δε θα μπορέσεις τώρα να τον αποφύγεις, έχει από ώρα το περίγραμμά σου δει, 
και τη σκιά σου ν' αχνοφαίνεται πίσω απ' το τζάμι. 
Σκέψου αν γίνεται ακίνητος να μείνεις, 
ογκώδης έγινες εσύ σαν αντικείμενο,
ακουμπισμένο έπιπλο
χωρίς καμία λογική σ'αυτή τη θέση.


Ή να υποδυθείς τον άγνωστο -κανείς δε σου επιβάλλει να είσαι ο εαυτός σου 
μέσα σ'αυτούς τους τέσσερις τους τοίχους.
Εσύ επιλέγεις να ανοίξεις και να δεχτείς το κύμα έτσι να εισχωρήσει.
Τώρα είναι αργά να βρεις δικαιολογίες,
κι αν ήσουν άρρωστος εξαρχής δε θα άνοιγες. 
Μείνε ακλόνητος και σκόνη φορτωμένος 
να μοιραστείς το μαρασμό ενός παλιού σου γνώριμου
που σε θυμήθηκε και θέλει να επιστρέψει.


Τούτος ο ξένος όμως θαρρείς 
ήταν καλύτερα που έλειπε, 
εσύ προχώρησες και τον αντικατέστησες.
Πώς να επιτρέψεις στον παλιό σου εαυτό
θέση να πάρει όπως τότε στη ζωή σου;


Κλείσε τα μάτια, 
προσευχήσου να προσέξει
πόσο απέχθεια έφερε ο ερχομός του
και ίσως τότε να τη δεις, 
στα μάτια η τρέλα
ένα κρυφό σου εγώ να σε καταδιώκει.   

Κυριακή, 2 Μαΐου 2010

Πώς ( - + ) αλλιώς

Πότε δεν έμαθα κάτι για μένα χωρίς κόπο, όλα μου έφαγαν καιρό και την υπομονή μου την αμέλησαν, όσο εγώ τη γύρευα για σύμμαχο.
Έπρεπε από νωρίς με αυτή μου την ιδιοτροπία να συμβιβαστώ και να την έχω ως απάντηση στις ερωτήσεις των γνωστών μου και των φίλων. Γιατί είσαι έτσι; Γιατί δεν είσαι ένας άλλος, γιατί δεν είσαι αλλιώς; Κυρίως αυτό το ''αλλιώς'' και το ''πώς'' μαζί πορεύτηκαν και δρόμους άνοιξαν όσους και έκλεισαν.
Δεν μπόρεσα για πολλά πράγματα να είμαι σίγουρος, έτσι αυτό το '' σίγουρος για το τώρα'' εγκαταστάθηκε στη σκέψη μου και νόμιζα πώς ήταν αρκετό.
Δεν είναι όμως τίποτα αρκετό όσο οι άνθρωποι γυρεύουν το μετά και τις απαντήσεις από σένα, ειδάλλως γιατί να υπάρχεις στη ζωή τους; Ακούω τόσα γιατί , από έξω κι από μέσα μου που πολλές φορές μπερδεύομαι για την προέλευσή τους και δίνω απαντήσεις σε λάθος κατευθύνσεις - αλλά οι απαντήσεις βγαίνουν πάντα τόσο μετρημένες που δεν γίνονται ο κανόνας. 
Ο χορός των λέξεων γίνεται ιερός και οι προτάσεις ακολουθούν σαν το γεύμα μετά το χορό. Όταν είσαι λαχανιασμένος και όλα θολώνουν από την προσπάθεια. Τα δάκτυλα όμως τα ματωμένα είναι σημάδι ότι κάποιο χρώμα βγήκε από αυτή σου την προσπάθεια, είτε ένας φίλος, είτε ένας έρωτας, είτε ο εαυτός σου που μαζί σου στροβιλίστηκε. Στο πώς ( και το ) αλλιώς. 



Ά χρωμα

Δεν αρκεί ένα σου χρώμα για να θυμίσει άνοιξη,
όταν αυτό που βάφεις είναι το γκρίζο.
Είναι πολλών ακόμα παραγόντων η απαίτηση
κι απειροελάχιστη η δύναμη που δείχνεις .

Έχεις το άλλοθι ότι ποτέ δεν έμαθες να ξεχωρίζεις το λευκό από το ψέμα
και το δικό σου αίμα απ'την πορφύρα.
Πάντα με χρώματα όμως μιλάμε
για ζήλεια, πάθη και θυμούς , ντροπές και λάθη και κακίες
που θα έπρεπε κάτι να σου έχει μείνει.

Έχεις συνήθειες ακόμα τόσες κι όλες ξεβάφουν.
Λιώνουν στα χέρια σου και τρέχεις να με πιάσεις.
Μη μου λερώνεις όμως ένα δα κομμάτι από αυτό που εγώ ορίζω ως καμβά μου.


Νυχτερινά ποτά Ι



Άδειο το ποτήρι σου όσο και το δικό μου.
Μα το δικό μου μοιάζει τόσο καθαρό, σαν να μην ήταν ποτέ γεμάτο ή σαν να το'πια το κρασί μου με μία ρουφηξιά και στάλα περιεχόμενο δεν άφησα, ούτε καν τη μυρωδιά του. 'Οταν δε θέλεις να το δεις ποτέ γεμάτο, τότε φροντίζεις να μην ακουμπάει τραπέζι.
Γίνεται προέκταση κι αυτό του ενός χεριού σου και αναρωτιέσαι αν οι αρθρώσεις των δακτύλων σου είναι κι αυτές άμμος ψημένη, έτοιμο γυαλί να σπάσει.
Κι αν είσαι ένα από τα γέλια που απέφευγες, πώς μεταφράζεται αυτό σε δόσεις, σε γουλιές ή σε ποτήρια; Δύσκολο να κρατάς λογαριασμό με γυάλινα τα δάκτυλα.
Άκουω δειλά τους γύρω τους θαμώνες, μήπως σ'αυτούς ανακαλύψω μία γεύση που δεν πρόλαβα να παραγγείλω. Και την ακούω, όμως το ποτήρι έχει πάψει να γεμίζει, στέκεται δίπλα σου εξαρτημένο και αλκοολικό. Μην το γεμίσεις αφού μπορείς έτσι σιμά του τόσο πολύ να υπερέχεις.