Παρασκευή, 31 Δεκεμβρίου 2010

Απο-λογισμός

Όταν θα φεύγεις θα σε κλάψω,
όπως θα έκανα νεκρό αν αποχαιρετούσα,
όπως θα τόλμαγα να σου εξομολογηθώ τον έρωτά μου 
λίγο προτού επιβιβαστείς στην αμαξοστοιχία
και το τρένο θα σφύριζε τη λήξη και την τελευταία σκηνή ταινίας.
Όταν θα φεύγεις θα σου χαμογελώ,
όπως θα είχα χείλη τεντωμένα σε γιορτή
ανάμεσα σε παρέα φίλων που περιμένουν το αστείο από μένα
κι όταν δεν έρχεται βαθαίνει ένα ρήγμα.
Όταν θα φεύγεις θα σε φορτώσω δώρα , 
να έχεις κι εσύ μια αγωνία ξετυλίγοντας το περιτύλιγμα
και διαβάζοντας την κάρτα...
όποιος σε θυμηθεί με δώρο υπενθυμίζει μια υποχρέωση
ή μια βαθιά ευγνωμοσύνη προς εσένα...αν και τα δώρα τα δικά μου τα δωρίζω σκεπτόμενος πόσο καλό σε μένα κάνουν να τα δίνω σε αυτούς που αγαπώ.
Μην περιμένεις να σου πω να μείνεις κι άλλο, 
ήταν αρκετό όσο έμεινες κι έφερες τόσα στη ζωή μου.
Έκανες τραγούδια με τα λόγια μου, έκανες παράσταση το θέλω μου, 
έκανες δεσμό την ελευθερία μου και με συντάραξες.
Μέσα σε λίγο μόνο χώρο να χωρέσω το άπειρο δε θα κάνω την απόπειρα.
Σε αγαπώ παλιέ μου χρόνε γιατί με έφερες εδώ να δω και τον επόμενο
με άλλα μάτια , με τόσες συγγνώμες στην καρδιά 
και τόσα ευχαριστώ
και με αυτό που προσδοκώ να επαναφέρω
το ανθρώπινο, το απλό, το καθημερινό, 
την επικοινωνία όταν εκεί που η κοινωνία βλέπει το επί-
όπως επί-θεση , επί - πλαστο,  επι-λήψιμο,   επι - κίνδυνο. 
Γεμίσαμε με πολλαπλασιάσμο τη μέρα μας εκεί που θα έπρεπε να επαναφέρουμε τις απλές πράξεις,
με τα δάκτυλα που κάνεις από αγνότητα , 
να μην φανείς θρασύς να φανταστείς τους αριθμούς πέρα από τα δέκα δάκτυλά σου. 
Επανέρχομαι λοιπόν στις πράξεις τις απλές, 
μια αφαίρεση και μια πρόσθεση, εκεί η ζωή με συγκινεί
όταν εκεί που αφαιρείς προσθέτεις..
κι αυτό που βγαίνει , ο απολογισμός είναι απόσταγμα, κλάμα, ευχαρίστηση, ανυπαρξία ή κοινωνία.
Μη μένεις άλλο παλιέ μου χρόνε, άκουσες πολλά. 
Σε χαιρετώ και κάνω εξάσκηση στα δάκτυλα για νέα πρόσθεση
- οι αφαιρέσεις θα έρθουν όταν τα δάκτυλα τελειώσουν.
Καλή μας χρονιά.

(Edvard Munch - Das kranke Madchen 
από την έκθεση με χαρακτικά του καλλιτέχνη στο μουσείο Ηρακλειδών. Εκείνος ονόμασε το συγκεκριμένο έργο του ''Το άρρωστο κορίτσι''...εγώ πάλι το κοιτάζω ως το Κορίτσι δίχως δάκτυλα για απολογισμό)

Τετάρτη, 29 Δεκεμβρίου 2010

Το πιατάκι

Πρώτα Χριστούγεννα ποιος άραγε θυμάται; Να είναι όταν στην ηλικία των 5 περίπου χρόνων κρατούσα μια φάτνη στολισμένη (ίσα που χωρούσε στα δυο μου χέρια )  με προσοχή σαν να ήταν έτοιμη να μου πέσει ; Ή όταν τις φιγούρες, τα πλαστικά πρόβατα που τις πλαισίωναν μετρούσα και ξαναμετρούσα , μη τυχόν και χάθηκαν οι πρωταγωνιστές του θείου επεισοδίου ... είχαν μια δύναμη πάνω μου, που δε θυμόμουν όμοιά της. Σε κάθε παραμύθι, σε κάθε ιστορία που μου διάβαζαν θα γούρλωνα τα μάτια, κάθε φορά που τραγουδούσα κάλαντα θα πίεζα την ντροπαλή φωνή μου να ακουστεί. Θα γεννιόταν εκείνος και θα ηρεμούσα. 
Περνούσαν οι μέρες όπως κι εγώ από δωμάτιο σε δωμάτιο. Πότε στην αγκαλιά της μητέρας μου να νιώθω πιο ψηλός ξαφνικά, να συναντώ την υπόλοιπη οικογένεια στην κουζίνα κι εγώ αγουροξυπνημένος να τρίβω τα μάτια μου, πότε να αποκοιμιέμαι στο πάτωμα , στο μαλακό χαλί να ονειρεύομαι. Πότε να σηκώνομαι στις μύτες των ποδιών μου και να κοιτώ όλο αγωνία αν τα κεράσματα στο πιατάκι δίπλα απ'το δέντρο είχαν εξαφανιστεί, φαγωθεί να πω καλύτερα, και πότε να παραφυλάω τη νύχτα πίσω από τον καναπέ  να δω να μπαίνει στο δωμάτιο εκείνος με την κόκκινη στολή, τα άσπρα μπαμπακένια γένια και τις μαύρες μπότες. Μέρα νύχτα πλησίαζα και μετρούσα...ήταν όλα στη θέση τους, όπως και η πίστη μου πως υπήρχε εκείνος , απλώς δεν ήθελε να φάει από τα δικά μου κεράσματα.Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο...γιατί συνέβαινε; Τι ήταν αυτό σε μένα που τον πείραζε και δεν καταδεχόταν το δικό μου κέρασμα ;
Ο χρόνος περνούσε, Όπως και το πριν , έτσι και το μετά των Χριστουγέννων γεννά μια μελαγχολία. 
Ίσως δε τη γεννά, τη συνοδεύει όμως . Το μυαλό άθελά του γυρίζει πίσω στο χρόνο και όλα τα συσχετίζει με το τώρα. Αν υπάρχει Άγιος υπεύθυνος για τη μελαγχολία μας, γιατί δεν επιστρέφει να τον δούμε; Θα του μιλήσω για τα δώρα που δεν έλαβα ποτέ και για όσα ήρθαν ενώ δεν τα περίμενα. Για δέντρα που στόλισα με φίλους και για το δέντρο που στόλισα τα πρώτα μου Χριστούγεννα στο δικό μου διαμέρισμα. Χριστούγεννα δουλεύοντας, αλλαγή του χρόνου εξυπηρετώντας πελάτες, Χριστούγεννα σε στρατόπεδο, με φίλους ή μόνος, να γελάω από χαρά ή να κλαίω από μοναξιά, Χριστούγεννα που δε γιορτάστηκαν λόγω πένθους...έζησα και ζω όλα τα Χριστούγεννα με παρόμοιες σκέψεις. Τις μπάλες που στόλιζαν το πρώτο εκείνο δέντρο που θυμάμαι, τα στολίδια της γιαγιάς που ακόμα και τώρα στα μάτια μου φαντάζουν ανεκτίμητα, τα κάλαντα που μόνο μια φορά βγήκα να πω στις γειτονιές, τον πλαστικό φουσκωτό Άγιο Βασίλη που λίγες μέρες μετά θα έχανε τον αέρα του και θα μαράζωνε, τα τραπέζια με την οικογένεια που όλο κάτι θα έλειπε σε υλικά ή συναισθήματα.
Όσο κι αν μεγαλώνω δε σταματώ να πιστεύω στον Άγιο Βασίλη κι όταν με ρωτούν τα παιδιά στο σχολείο αν υπάρχει κι αν η ύπαρξή του μπορεί να πιστοποιηθεί απαντώ πάντα το ίδιο...πως είναι ωραίο να πιστεύουμε πως υπάρχει. Κι αν δεν ισχύει κάτι τέτοιο...δεν ενοχλεί κανέναν όποιος πιστεύει. Κάποια παιδιά γελούν, όμως ακούγοντας το παραμύθι να περνά ξυστά από τα αυτιά τους σοβαρεύουν. Έχουν όλοι ανάγκη για λίγο παραμύθι. 

Ακόμα έχω λοιπόν πιατάκι δίπλα στο δέντρο κι ακόμα μετρώ και ξαναμετρώ κάθε πρωί. Αν λείψει ένα απ'τα κεράσματα , δε θα πω τίποτα, μια μυστική συμφωνία θα κάνω μαζί του και θα χαμογελάσω μοναχός μου. 




υ.γ. Χρόνια Πολλά σε όλους τους φίλους που μου ευχήθηκαν και σε όσους δεν το έπραξαν...μέσα στις τόσες φωνές, οι δικές τους ξεχωρίζουν μέσα μου. Χρόνια Πολλά σε όλους , με την υγεία και το χαμόγελο.


υ.γ.2 . Η ταινία Fanny and Alexander (Ingmar Bergman, 1982) είναι για μένα ένα αιώνιο Χριστουγεννιάτικο δώρο. Δίχως να κυοφορεί Μεσσία, είναι πάντα στη σκέψη μου ετοιμόγεννη .

Παρασκευή, 17 Δεκεμβρίου 2010

το μηδέν

αλλάζουν οι μορφές κι υποκρινόμαστε
πως τις γνωρίζουμε στ'αλήθεια είναι ψέμα,
σαν ένα βλέμμα αντικρίσει ένα άλλο
βλέπεις το όνειρο που νόμιζες μεγάλο
να συρρικνώνεται
να συμπυκνώνεται
χωρίς ποτέ να εκτονώνεται ή να διαφέρει
- είναι εξίσου ελκυστικό το να μη μοιάζεις
με το να βρεις κάποτε κάποιον που να μοιάζεις -
να σε συμφέρει η διατύπωση είναι πρόβλημα
είναι σαν γρίφος που δε λύνεται ο κόσμος
μια ακαθόριστη του γεύση δοκιμάζεις
μα δεν τρομάζεις
ούτε πορεία να αλλάξεις έχεις νόημα
είναι σαν δυόσμος μυρωδιά που σε μεθάει
και το μεθύσι του σε κάνει να ξεχνιέσαι
να απαρνιέσαι  και να γελιέσαι
ότι του έρωτα τα φρούτα βρίσκεις ώριμα
κι όχι στο σάπιο χρώμα τώρα βουτηγμένα.

Σάββατο, 11 Δεκεμβρίου 2010

Πρώτο χιόνι

Μια απόδειξη γυρεύουμε πως γύρω μας χιονίζει. 
Ας είναι βήματα που ύστερα θα λιώσουν από λίγο την κάθε φορά.
Ας είναι ο ορίζοντας ο άσπρος που θα κάνει την ανάσα μας να δροσίσει 
κι εμείς να παίζουμε κοιτώντας τα χνώτα μας να παίρνουν σχήματα 
να γράφουμε μηνύματα στο έδαφος 
και τα γάντια να υγραίνονται , κρύσταλλοι με δέκα άκρες τα χέρια μας.
Ας είναι ένα κασκόλ γύρω από το λαιμό που θα ποτίσει από το άρωμα που φόρεσες εκείνη την πρώτη του φορά 
και δεν το έπλυνες ακόμη για να θυμίζει το άρωμά του το καινούργιο σου παρόν. 
Κι αν  το μοιράζεσαι στα δύο το κασκόλ, να μοιραστούν και τα αρώματα λαιμούς.
Ας είναι μια αγκαλιά δίπλα στο τζάκι - ένα χειμώνα πέρασα μονάχα σε χωριό κι ακόμα θυμάμαι τον πατέρα μου να ανάβει τα ξύλα, κούτσουρο που παίρνει φωτιά και πυροδοτεί τις ματιές μας - ή σε μια σόμπα ατομική ή και για τους δύο να ανάβει, 
όπως και το κρεβάτι κάτω από τα σκεπάσματα 
ή μια αλήθεια δίπλα στο ψέμα, 
ας τρέξει από τις φλέβες χιόνι να το τροφοδοτήσει, από τα μάτια χιόνι 
από τα βλέφαρα χιόνι
να μη στερέψει ποτέ αν δεν θελήσουμε
κι αν αύριο επιστραφεί ο καύσωνας
και βγάλουμε ξανά τις κρύες μύτες μας στο φως
ας είναι το χιόνι σήμερα αφορμή να θυμηθούμε πως υπάρχει. 
Κι αν υπάρχει ας το χορτάσουμε για όσο κρατήσει. Μαζί όσο κρατήσουμε κι εμείς.

 

Πέμπτη, 9 Δεκεμβρίου 2010

Δέντρο

Ανάβεις το δέντρο και όλα αλλάζουν. Όχι όπως θα άλλαζαν αν αντί για δέντρο άναβες τα λόγια σου ή τους φόβους σου, αλλά είναι κι αυτό μια αρχή για ζεστασιά. Δίπλα σε λαμπιόνια που ποτέ δεν είναι αρκετά ζεστά για να σε κάψουν αλλά και ούτε αδύναμα για να τα σβήσεις με ένα σου φύσημα, στέκεις και κοιτάζεις. Κοιτάζεις το δειλό τους φως και το ονειροπόλημα στα άκρα των δακτύλων σου όταν τα αγγίζεις.

Δέντρο που φλέγεται, το λες ψιθυριστά.Κι εκείνο σε ακούει γιατί το ψιθυριστά δεν είναι τρόπος να κρυφτείς σε 4 τοίχους. Έξω απ'το σπίτι το κρύο απουσιάζει, χειμώνας κατ'όνομα και μόνο ο φετινός, πού να τη βρει τη δύναμη ο καιρός να σκοτεινιάσει... όλα στην πόλη καίγονται, οι μισθοί κατρακυλούν, οι έξοδοι περιορίζονται, τα έσοδα εκμηδενίζονται, τα δώρα γίνονται λαχείο που κληρώνει , τα σύννεφα πάπλωμα τρύπιο που δεν μπαλώνεται .Μέσα στην ανασφάλεια, το δέντρο αν κοπεί δεν θα είναι για στολίδι , αλλά για κάψιμο μπροστά σε οδοφράγματα και πλακάτ στα χέρια τυλιγμένα . Οπότε ας μείνει άκοπο - ούτως ή άλλως είναι βάρβαρο το νεκρικό φυτό να το στολίζεις επιτάφιο στο δώμα σου.

Το έχεις ανάγκη όμως το φως του στο δωμάτιο, τα μάτια σου να ακολουθούν αυτό το τρεμάμενο άναμμα του και να μετράς ανάποδα το χρόνο προς τη γέννηση . Αν υπήρξε γέννηση, πιστεύεις είτε όχι ο τοκετός σε καθηλώνει και το παρόν σου ορίζει. Σβήνεις τις σκέψεις σου και επικεντρώνεσαι σε εκείνο,όσο πάει και απλώνεται το φως του από κλαδιά που πλησιάζουν να σε αγγίξουν, απ'τον κορμό που όλο ριζώνει στο παρκέ το ξύλινο και κάπως ταιριαστά φτάνει να γίνει ένα και με εσένα που ξαπλώνεις δίπλα του και αναζητάς το παραμύθι. Με το χέρι στην πρίζα του πειραματίζεσαι να δεις αν την τραβήξεις και το φως θα παραμείνει, αν την αφήσεις αν θα χάσει κάτι από τη δύναμή του. 

Όλα αρχίζουν τώρα ανάποδα να μετράνε, 
τα καλώδια δεν έχουν χέρια να σε πνίξουν 
με μια ικανότητα ατόφια μπορούν να σε κλονίσουν 
και να σε κάψουν όπως κι εκείνο
κι ας είναι ζεστός ήδη ο χειμώνας 
είναι η δική σου η φωτιά που δέντρο γίνεται.

Κυριακή, 5 Δεκεμβρίου 2010

μια σύγκρουση ακόμα

Το κάθε σκαλοπάτι σε μετρούσε αντί εσύ να το μετράς 
το όνομά σου το άκουγες στη σκάλα
φορές αμέτρητες 
και ζαλισμένο σε έβγαλε στην είσοδο 
η επιμονή σου ανελκυστήρα από παιδί να αποφεύγεις.
Μέρα ή μεσημέρι, 
χαρά στο φως τα μάτια σου και λύπη που δεν είχε κι άλλο φως
να τα τυφλώνει ως το ξημέρωμα τα δάκρυα 
και όσα δε φτάνουν μέχρι έξω να απλωθούν.
Βήματα ακανόνιστα, πότε εδώ και πότε παραπέρα
- κατηγορούν πολλές φορές τα βήματα και όχι τον διαβάτη 
για λάθος πορείες και εσφαλμένους υπολογισμούς -
ποτέ μπροστά και πότε πίσω
στο χρόνο πίσω δε νοείται να γυρίσεις
μόνο την πλάτη στο παρόν σου επιτρέπεται.
Στρίβεις γωνίες , περνάς απέναντι εκεί που συναντάς σκιές σου γνώριμες
και αποφεύγεις να σηκώσεις το κεφάλι σε βιτρίνες
ακούγοντας ακόμα στα αυτιά σου τα σκαλιά 
να ψιθυρίζουν το όνομά σου.
Πεζοδρόμια σαν τρύπια σώματα 
ανοίγματα για δήθεν πράσινο και στόματα 
χώμα που κάτω απ'το τσιμέντο ρέει σαν αίμα 
και να θες να το πιεις αυτό το αίμα, το χώμα που θυμίζει παιδική λασπόπιτα 
και μουσκεμένο ερχομό από βροχή.
Σωροί από ανθρώπων υπολείμματα 
αυτά που μέσα μας δεν έμεινε πολύ 
ή βρήκε γρήγορα διέξοδο να φύγει, ρούχα σε τσάντες που πεινάνε 
σάπια και φλούδες μέχρι πρότινος εδέσματα
όλα μαζί ανάκατα , πληγές , στιγμές και ανώφελα ξοδέματα σε πράγματα 
που όλα μια μέρα θα βρεθούν σε έναν παράδεισο σε τσάντες νάυλον συσκευασμένο.
Με απεργίες ένας παράδεισος όμως ποτέ δε χτίστηκε, παρά σκορπίστηκε.
Και κόρνες τόσο δυνατές που ξεκουφαίνουν τα παιδιά που άλλοτε έπαιζαν με βώλους
και τώρα ρόλους μεταξύ τους τσιλιαδόρους ,
οι πόλεις μοιάζουν ζωντανά νεκροταφεία, 
όλοι σκιές του εαυτού τους περιφέρονται
κι αν ενδιαφέρονται είναι στον τάφο το δικό τους μη λερώσεις.
Τα βήματα σου ακόμα το όνομά σου ψιθυρίζουν και σε μπερδεύουν
νομίζεις χρόνο πως διαθέτεις 
κι εσύ τολμάς να πεταχτείς μέχρι απέναντι
σε πετυχαίνει το καπώ και σε τσακίζει έτσι 
που στόχος γίνεσαι στη γη όταν σωριάζεσαι
με το αυτί ακουμπισμένο να ακροάζεται το χώμα 
μήπως να πάλλεται κι αυτό όπως κι εσύ τρεμάμενο
και τα σκουπίδια κάπου δίπλα να σου μοιάζουν ή όπως θα μοιάσεις κάποτε εσύ σε εκείνα.
Κι όταν θα σε σηκώνουν από το έδαφος να συνεχίσεις να μετράς 
πόσα σκαλιά αναγνώρισες στην κάθοδό σου 
ή πόσα ήταν τελικά που έτσι σου μίλησαν.