Κυριακή, 31 Ιουλίου 2011

Τσεκούρι + μέλι

*Ζυράννα Ζατέλη ''Περσινή Αρραβωνιαστικιά''

Αν έχω κάπου εμπιστοσύνη είναι στο φως του
ήλιος ζεστός να καίει ,
να τρέχω με τα πέλματα να ψήνονται στην άμμο
ή στα βότσαλα
κι εγώ με μια δική μου άρνηση να επιμένω να τα εκθέτω
σώμα γυμνό ( κι αυτά ) κι η γη με χίλια στόματα εγκαύματα.
Από νερό που δε δροσίζει και σε ιδρώτα 
στάλα στάλα να με εγκαταλείπει
και με μικρούς ,τόσο μικρούς τους αποχαιρετισμούς
αλάτι ανταποδίδω σε αυτό που ήπια μόλις.
Βουτιές και μάτια κατακόκκινα
γιατί βουτιές με μάτια κλειστά δεν είναι φίλοι που γνωρίστηκαν,
άρα με μάτια ανοιχτά
σε ένα βυθό ακόμα,καλοκαίρι ψάχνω.
Κι αυτό που βρίσκω είναι χαμόγελα την ώρα που τα πέλματα μου καίω
και τρέχω στην πετσέτα πάνω 
κάτσε να δεις που κόμπο κόμπο θα σε βρέξω και του λόγου σου
κι ας μη σκουπίσεις αυτό που πάνω στα σκοτάδια μου απλώθηκε.
Το ήθελα το χρώμα να σκουραίνει
και κάποτε να το τραβήξω
δέρμα φιδιού κι ας μη του μοιάζει το δικό μου σύρσιμο.
Δέρμα σαν φύλλο εφημερίδας και αποτυπώματα
ασπρόμαυρα στα δάκτυλα
τα χρώματα είναι γύρω μου παντού κι εκεί θέλω να μένουν.
Να είναι ο ήλιος από πάνω μου σεντόνι τρύπιο, 
λίγος αέρας όσο διαβάζω ένα βιβλίο
και κάπου ανάμεσα στις λέξεις να τραντάζεται το φως/
με τα δικά μου μάτια με μιαν αντηλιά αντιμέτωπα
και μια αιώνια πιθανότητα να με καίει.
Ζεστή η λάμα του πλανήτη μου,
ήλιος τσεκούρι εξολοθρεύει
ένα φθινόπωρο/χειμώνα με αρρώστιες 
κι ίσως γι'ακόμα ένα με προϊδεάζει.
Μα με το μέλι του με κυνηγά και μένα,
λαιμόκοψη ας μου πάρει κι ας είναι πετιμέζι...
έχω το νου μου στις ζεστές πέτρες στα πόδια μου 
για να προσέξω αυτή τη λάμψη της λεπίδας.  

Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2011

vIvRe lIbRe ( oU mOuRir )


‎...κυνηγώντας το κόκκινο στη δύση του 


Ετοίμαζα και πάλι μια βαλίτσα και δεν ήξερα τι μέσα να γεμίσω. Έχω ένα πρόβλημα πάντα με τις βαλίτσες, ποτέ δεν ήμουν ικανός να ξεχωρίσω τα απαραίτητα. Μπλούζες διπλές και τρίδιπλες, δε θα τις βάλω όλες, πουκάμισα σιδερωμένα που θα τα βγάλω με τις ζάρες τους πνιγμένα , κάλτσες τυλιγμένες σε ζευγάρια, εσώρουχα, μια φωτογραφική κι ας ξέχασα να σβήσω από μέσα εκείνες που σε τράβηξα σ'ένα διαμέρισμα με λίγα τετραγωνικά, δύο βιβλία και λόγια σου σημειώματα μέσα θαμμένα στα βιβλία, βερμούδες για τις νύχτες και μάτια ανοιχτά για να μην κλείνουν . Οσα κι αν πάρω στο ζύγισμα τους παραπάνω βγαίνει, πάντα κάτι περισσεύει και αγνοώ αν είναι άχρηστο το βάρος του ή ανάγκη. Το κουβαλώ όμως σε κάθε διακοπή και εναλλάξ τα χέρια μου φουσκώνουν από του βάρους τα λουριά,τα δάκτυλα μου πρήζονται, κουβαλώ πότε στον ένα ώμο, πότε στον γείτονά του όλα τα βάρη.Δικό μου αυτοκίνητο δεν έχω. Δεν το έφερε μέχρις στιγμής η τύχη ή περισσότερο τα οικονομικά μου να αποκτήσω. Μόνο σε μια στιγμή της ζωής πλησίασα στο να πάρω, έκτοτε απομακρύνθηκε και η αφορμή και η επιθυμία. Κι όμως σε ρόδες μέχρι σήμερα μετράω τα ταξίδια μου. Και σε τροχιές, σε μίλια, σε άσφαλτο. Και τα καλά και τα άσχημα μου νέα με ένα ταξίδι τα ξορκίζω. Μπορεί να πιάσει η διαδρομή μιαν άκρη από τις σκέψεις μου να τις ξηλώσει, να αφήσω μια κλωστή του εαυτού μου μέχρι τον τόπο που θα πάω να κρυφτώ κι απ'την κλωστή αυτή να βρω το γυρισμό μου, μπορεί και όχι, να πάω απλώς ταξίδι τα κουβάρια μου και να τα επιστρέψω . Μαθαίνω όμως να τρέχω με τις αναμνήσεις μου τα μίλια, τα χιλιόμετρα, τις διαδρομές και απ'το λαχάνιασμά τους να με πιάσουν,συνήθως ξεθωριάζουν.Και χάνουν λίγο χρώμα από αυτά που κάποτε άλειφα πάνω μου,στον άχρωμο εαυτό μου. Δεν είμαστε αυτό που μας πονάει, αυτό που θυμόμαστε είμαστε. Αυτό καλά το έμαθα. Και τη δική μου συμφιλίωση ονειρεύτηκα. Kαι ξύπνησα για να την ονειρευτώ και πάλι.Είναι ωραίο να θυμάσαι. Να μην πετάς, να κουβαλάς. Κι ένα μικρό από σένα στιγμιότυπο έχει έναν όγκο που δέχομαι να κουβαλήσω. Έτσι λέω, ακόμα η κλωστή σου δεν ξεκίνησε μέσα μου να ξηλώνεται. Και φτάνω κάπου όπου τα ρούχα , τόσα πολλά είναι αδιάφορα απλωμένα γιατί πιο ελαφρύς θα νιώσω και θα θέλω να το κάνω πάνω μου συνήθεια και όχι να το πνίξω. Λιγότερες νύχτες άυπνες να περιμένω τα χαράματα. Γιατί θα έρχονται πάντοτε τα χαράματα, όσο αδύνατο κι αν φαίνεται από την τόση μου απαισιοδοξία. Αν δεν υπήρχαν τα χαράματα, οι νύχτες θα ήταν άδικα φτιαγμένες. Και δεν πιστεύω στο άδικο, κανένα μέσα μου κομμάτι δεν αρκείται στο τυχαίο, ψάχνω να βρω γιατί και συγχωρώ, ψάχνω να βρω γιατί να συγχωρώ, υπάρχει κάτι μες στη λασπουριά* να λάμπει, μπορεί ο ήλιος ο ίδιος να κρυφτεί σε λίγη λάσπη. Kάθε ημέρα και κάθε νύχτα, γεμάτη και άδεια,μας φέρνει κοντά σε ό,τι φοβόμαστε ή σ' ό,τι αγαπάμε.Κρυφά τολμάμε να αγγίξουμε ,δειλά τολμάμε να φωνάξουμε. Αγαπώ, θυμάμαι, πονάω,
μου λείπεις, σε σκέφτομαι, θα ήθελα να ήσουν εδώ,όλα είναι του μέσα μας κραυγές και όμως όλα τα χρωστάμε. Χρωστάμε ένα κυνηγητό στον εαυτό μας, να τρέξουμε πίσω από τα όνειρά μας. Μα είναι δύσκολο να πάψεις το κυνήγι όταν αυτό που κυνηγάς απομακρύνεται. Θέλει κουράγιο να θαυμάσεις και τη δύση του, είτε είναι έρωτας, φιλία ή συναίσθημα γυμνό.  Αν οι μέρες μου είναι θλιμμένες, άλλο τόσο θλιμμένη είναι και η σκέψη των ανθρώπων που με αγαπούν. Κυνήγησα όμως, μέχρι να δω το κόκκινο να κρύβεται και να σιγουρευτώ. Μαζί του οι σκέψεις μου να κρύβονται και μια ανάμνηση που δεν έχει θλίψη , μα χρώμα λευκό, κίτρινο, κόκκινο, ολοζώντανο που δεν ξεθωριάζει. Ερχονται οι πανσέληνοι να κάνουν τη δουλειά που πάντα έκαναν.Με τα φεγγάρια τα γεμάτα αδειάζουν οι άνθρωποι.Αδειάζουμε λοιπόν στο καλοκαίρι. Κλωστές, ίχνη που άφησαν άνθρωποι πάνω μας και μάτια και αποτυπώματα.Αδειάζουμε να μείνει παραπάνω χώρος στη βαλίτσα. Όμως δεν παύω να θυμάμαι. Γιατί αυτό είμαι, αυτό που θυμάμαι. Κι αν επιστρέψω είναι γιατί αρνούμαι εγώ σαν Μάριος να ξεχνάω.

*πέφταν τ'άστρα μες στη λασπουριά (σε στίχο Σταμάτη Κραουνάκη από το τραγούδι ''Αυτή η νύχτα μένει'' που ίσως καλύτερα από τόσα αγαπώ και υπερασπίζομαι) 

Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2011

Κ.*



Έρχονται οι άνθρωποι απλά 
και έτσι σε βρίσκουν,
σε κάτι απογεύματα, εκεί που ιδρώνεις να ανεβείς μιαν ανηφόρα
εκεί που έχεις στο μυαλό σου δρόμους που δεν υπολόγισες σωστά
και πήρε ώρα παραπάνω να τους φτάσεις.
Και βρίσκεις άνθρωπο εκεί να περιμένει
δίχως βιασύνη
και να σε κοιτάει στα μάτια
-με τις κουβέντες γνωριμία δε γίνεται
είχε πια γίνει από ψυχές η γνωριμία,
όμως τα λόγια βοηθούν να θυμηθούμε πάντα .

Με γράμματα να πέφτουν στο τραπέζι,
να ψάχνω μήπως συναντήσω αυτό το Μ που με ορίζει,
ονόματα, αγάπες, οικογένεια
στα Μ τα βουτηγμένα ψηλαφίζω,
χωρίς να πάει το μυαλό μου πως αλφάβητο
σωστό δεν εννοείται πριν το Κ
Αν δεν περάσω απ'το Κ δε θα φτάσω.  

Ένα λοιπόν γράμμα απλό που με συνόδευσε
Σταμάτης Κραουνάκης στο Βεάκειο
κι εμείς σε μια κερκίδα γνωριζόμαστε 
και πόσο μέσα ένιωθα ότι σε ήξερα.
''Boήθησε με να αποδείξω ότι δεν είμαι μέσα αυτό που το φοβάμαι'' .
Είπες μια φράση που κατέκτησες
και πήρα δύναμη στις τόσες σου ισορροπίες 
να αποδείξω τα δικά μου μέσα όνειρα.
Ενα ευχαριστώ είναι μεγάλο και μικρό,
ένα φεγγάρι είναι ίσως το αρμόδιο να πει 
πόσο χαρά μου έδωσε αυτό το Κ στο φεγγάρι που μοιράστηκε 
πάνω από τους ήχους,ένα χαμόγελο μια παραμονή πανσελήνου.


* όπως λέμε Kατερίνα

Τετάρτη, 13 Ιουλίου 2011

Πράσινη στιγμή

 

Πράσινο τρεχούμενο στο τζάμι
δε στέκει τίποτα πιο πέρα από το πράσινο
κι ούτε το μάτι θέλει κάτι παραπάνω .
Με λίγο ετοιμόγεννο οξυγόνο
όλα τα παραπέρα εξατμίζονται 
και λέξεις γίνονται 
- ένα ''θυμόμουν''
και ένα ''ξεχνάω'' -
πάνω στο τζάμι με το δάκτυλο 
( μια γραφομηχανή δίχως τα πλήκτρα μόνο τους ήχους ) 
να προσπαθώ να το αγγίξω 
μέσα στη χλωροφύλλη 
ένα ποτάμι κάθετο με διαπερνά 
και με καλεί μέσα να πέσω
να βουτήξω .

Πέμπτη, 7 Ιουλίου 2011

Εκκρηρεμότητα *

Ανοίγοντας τα μάτια μου πρωί
ξεχνώ πόσο πρωί έχω ξοδέψει
και σκέφτομαι πόσο έχω ακόμα.
Είναι δική μου εμμονή
κι αυτός ο χρόνος.
Βήματα που με σηκώνουν και πάτωμα από ξύλο ,
παρκέ που το κοιμήθηκα και δέντρο που για τη ζωή του ευθύνομαι .
Καφές ζεστός - και με τη ζέστη παραπάνω τον χρειάζομαι -
και λέξεις σκόρπιες στο μυαλό μου να τεντώνονται
χέρια και πόδια,
τόνοι και άλλα τους σημεία στίξης
μια στίξη μέσα μου δε βρίσκει αρκετές σελίδες για να ξοδευτεί.
Ανοίγοντας το ραδιόφωνο πρωί
στα αυτιά μου μία πείνα περισσεύει
όχι για ήχους που ξαφνιάζουν,
μια ομιλία απολαμβάνω αυτή του Τζούμα
ένα εστέτ μου πρωινό και μια απόλαυση -
γουλιά καφές ,γουλιά και ραδιόφωνο. 
Οι μελωδίες σαν γυαλί και αλουμίνιο,
μια ανακύκλωση δώρο στο περιβάλλον μου
με καφεΐνη να πατώ σ'ένα πεντάγραμμό τους.
Και να θυμάμαι πάντα λόγους που με φέρνουν στους ανθρώπους δίπλα
κι αν δεν τους ξέρω
τους φαντάζομαι λιγάκι
να μοιραστώ ή να τους δώσω κάτι,
μια γουλιά του εαυτού μου καφεΐνη
να τους τονώσω 
να τους χαρώ ή να προδώσω το δικό μου θέλω.
Κάνουν βουτιά στα ερτζιανά οι διαφημίσεις,
χάνουν τ'αυτιά μου προς στιγμή τις μελωδίες
όπως κι ανθρώπους χάνω από αφορμές και λόγους .
Υπάρχουν στόχοι που με βγάζουν στο μπαλκόνι
ανοίγω έντυπα τα νέα στο τραπέζι,
εφημερίδα με γουλιά και λίγο δυνατότερα το ράδιο
τόσο περίπλοκοι οι στόχοι 
όπως και ανάγκες
όπως ελλείψεις πιο βαθιά μου τυπωμένες απ'τ' ασπρόμαυρο.


Πίσω από την πόρτα που κλειδώνεται,
διαμέρισμα μικρό και ρετιρέ,
υπάρχει μία που φραγμούς δε δέχεται ,
ούτε λουκέτα.
Όσα κλειδιά φοράω επιπρόσθετα στις πράξεις μου 
είναι κι αυτά ένα υλικό ανακυκλώσιμο.
Γουλιά λοιπόν και υποδέχομαι
μια μέρα που με ηρεμότητα από την τέντα μου γλυστρά και κάθεται δίπλα μου.
Ανοίγω πόρτες και γελάω 
ανοίγω πόρτες για να δώσω απαντήσεις.
Και ξεφυτρώνουν ήρωές μου από παντού
σαν να΄ναι αυτές οι εκκρεμότητες που θέλουν για να ταϊστούν
κι εγώ παιχνίδι πλαστικό 
ανακυκλώσιμο κι εγώ δίπλα τους πλάσμα
να ετοιμάζομαι τροφή να τους προσφέρω.  

* λέξη επινοημένη για την ''ηρεμότητα'' ( εκκρεμές και εκκρεμότητα ) πάνω από τις σκέψεις 

Τρίτη, 5 Ιουλίου 2011

Καπαρωμένα * αρ.3 (Το πρόσωπό σου δείξε )


Το πρόσωπό σου δείξε
κι αν θες μπροστά μου ρίξε
την αλήθεια
μπορώ να την αντέξω,
σ'εσένα δεν θα τρέξω
για βοήθεια.

Οι δρόμοι θα με μάθουν
κι αυτοί μαζί μου θα'χουν
ένα λόγο
να μη βρίσκουν το τέρμα,
μ'αγγίζεις και το δέρμα
νοιώθει φόβο...

Έχεις τόσα γιατί
κι απαντάς με σιωπή
περασμένη στα χέρια.

Σώματα δανεικά
κι ένα είμαι απ'αυτά
τα σβησμένα σου αστέρια.

Το πρόσωπό σου νοιώσε,
τα μυστικά σου δώσε...
περιμένω.
Για σένα έχω καπνίσει,
τους πόνους που έχω ζήσει
ανασαίνω ...

Έχεις τόσες πληγές ,
τις κρατάς ανοικτές
σαν παιχνίδι να λάμπουν...

Μα οι άνθρωποι ζουν
και τα λάθη σου αρκούν
στις πληγές σου για νά'μπουν...

Έχεις τόσα γιατί
κι απαντάς με σιωπή
περασμένη στα χέρια.

Σώματα δανεικά
κι ένα είμαι απ'αυτά
τα σβησμένα σου αστέρια...
τα σβησμένα σου αστέρια...

*Τα Καπαρωμένα είναι μια σειρά στιχουργημάτων προς αναζήτηση μελοποιητή. Πληροφορίαι εντός. 


Κυριακή, 3 Ιουλίου 2011

Λευκή στιγμή

(Benjamin Cottam , White Painting)


Θα μου πεις ακόμα ένα προτού φύγεις ;
Ένα τελευταίο παραμύθι και σου υπόσχομαι να κοιμηθώ μετά.
Λευκό στα μάτια μου σεντόνι
μέρα που πέφτω και νύχτα που σηκώνομαι
λευκό να με κοιμίζει και να με αποξενώνει.
Θα μου πεις για κάποιον ήρωα και γιατί πρέπει να τον ξέρω.
Για μια ζωή που έπρεπε να σώσει , για μια φωτιά που έπρεπε να σβήσει 
ή μια βροχή που ήρθε αναπάντεχη.
Για ένα σκοτάδι που θα έπρεπε να λάμψει ή που σκορπίστηκε απ' τις ακτίνες του ήλιου.
Μην κλείσεις όλα τα φώτα,άσε ένα μικρό να φέγγει στο δωμάτιο.
Θα τυλιχθώ κι εγώ φόβους λευκούς
να γίνω παραμύθι 
να περιμένω το βράδυ το επόμενο να μάθω τη συνέχεια.
Θα μου πεις ακόμα ένα προτού φύγεις ;
Λευκό στα μάτια μου σεντόνι
λάμψη που ξεκινά μικρή και μεγεθύνεται
λευκό να πλησιάζει και να με καταδιώκει.
Θα μου πεις για κάποιον ήρωα με άρρωστη αγαπημένη
για μια ανίατη ασθένεια που έγινε ιατή ,
για μια αγάπη που γεννήθηκε από ξύπνημα .
Μη μου θυμίσεις την καρφίτσα που την τρύπησε , το μήλο μαγεμένο που την έπνιξε,
ή το αδράχτι που την κάρφωσε στο δάκτυλο. 
Θα μείνω εδώ σε μια γωνιά του κρεβατιού να σε ακούσω
με μάτια πάντα καρφωμένα στο μικρό τούτο φωτάκι.
Ένα προς ένα αν τα ζυγίσεις 
έχει ένα βάρος το λευκό τόσ' αλογάριαστο.
Θα μου πεις ακόμα ένα προτού φύγεις;
Λευκό στα μάτια μου σεντόνι
τόνος με χιόνι που άνοιξη πέφτει και σε σκεπάζει μέχρι το λαιμό μια ψύχρα
τόσο λευκή κι αυτή.
Θα κοιμηθώ να γίνω παραμύθι.
Θα μου πεις για κάποιον ήρωα που μου μοιάζει και για το ρόλο του στην ιστορία που έχασα.
Για τις δικές μου περιπέτειες που έκλεψε, 
για άθλους που μου στέρησε και μάχες που στη θέση μου έδωσε.
Κι αν το λευκό 
είναι ένας τρόμος από μόνος του μεγάλος ,
ένα ακόμα παραμύθι πόσο μεγάλο φόβο κρύβει ;


θα σε κοιτώ να με κοιτάς δίχως να βλέπεις
εγώ τα μάτια στο λευκό το φως το ηλεκτρικό θα έχω
κάπως το φις θα τρεμοπαίζει ,ίσα να με τρομάζει
μέχρι που να χαλάσει τελείως η λυχνία του 
και να χυθεί κάμποσο μαύρο παραπάνω πάνω μου. 
Όπως '' μία Θαλασσογραφία που χάλασε όταν Ο ουρανός χύθηκε στη θάλασσα.''*

Θα μου πεις ακόμα ένα προτού φύγεις;
Μέχρι να ακούσω το θα ζήσουνε καλά κι εμείς καλύτερα
θα κάνω διακοπές πολλές στην ιστορία σου
να δώσω λίγο χρόνο παραπάνω η φυγή σου να αργήσει
και να γίνουν πια τα μάτια μου 
ένα με το λαμπάκι το λευκό 
που τρεμοπαίζει.
Όταν θα πεις τη λέξη τέλος
είναι που θα'χω δει κι εγώ αυτή
την ολόδική μου τη Λευκή στιγμή
τη διαρκείας. 

* φράση παρμένη από την ταινία Lola (1961) του Jacques Demy 

Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2011

Καπαρωμένα * αρ.2 ( Αν με ακούς )


''Αν με ακούς
κάτι απ'το όνειρό σου έχω
Αν με ακούς
υπόσχομαι να σε προσέχω.

Αν με ακούς
είναι γιατί σου τραγουδάω.
Αν με ακούς
ξέρεις ότι θα σε αγαπάω.

Αν με ακούς
μη φοβηθείς να πλησιάσεις
Αν με ακούς
ποτέ σου δε θα με ξεχάσεις...
ποτέ σου δε θα με ξεχάσεις...
Αν με ακούς. ''

*Τα Καπαρωμένα είναι μια σειρά στιχουργημάτων προς αναζήτηση μελοποιητή. Πληροφορίαι εντός.