Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2011

Χαραμάδα

Έλεγα να κρυφτώ, 
να βρω σημείο στη σκιά μου 
σχήμα να αποσπάσω που να μη με προδίδει,
να περνώ δίπλα απ'τους ανθρώπους και να λένε απλά 
να ένας κύκλος 
γιατί ο κύκλος πρόσωπο δεν έχει και λαβές για από κάπου να τον πιάσεις, 
ή 
ένα παράλληλο ορθογώνιο σύμπαν ή μια έλλειψη 
μια κάποια θλίψη να γυρεύω να συμπληρωθώ,
με το κεφάλι μια ακαθόριστη τροχιά από σκέψεις.
Να σταθείς εσύ με το χέρι ίσκιο να κάνει πάνω από τα φρύδια σου 
όσο μετράς τα 5-10-15,
το μέτωπό σου να βουλιάξεις στο κορμό του δέντρου 
και να φτάσεις στη στιγμή φωνάζοντας να 
φτύσεις και να βγεις.
Και να'μαι πίσω από το δέντρο το σημάδι σου.
Ανύπαρκτα ερωτήματα που δε μας βασανίζουν, 
να υπάρχει άραγε παιχνίδι να σου παίξω στο σκοτάδι
όταν από παντού με ξετρυπώνεις;
Έλεγα να κρυφτώ,
να βρω ένα πάπλωμα να μην αφήνει ορατά τα δυο μου πόδια 
τώρα που κρύφτηκα κάτω απ'το κρεβάτι
κι έχει ένα βόμβο το δάπεδο στο αυτί 
του ψιθυρίζει βήμα βήμα το κυνήγι σου. 
Και έχω μέσα μου 
από το δάπεδο παρότρυνση κι ανάγκη 
να αφήσω επίτηδες τα πέλματα κάπως να φαίνονται.
Έλεγα να κρυφτώ , 
το φως να σβήσω αναπνέοντας τυφλά 
σαν όλα τα αβίαστα να ξέρουν στο σκοτάδι την προσαρμογή.
Να , είμαι εδώ και είναι σκοτάδι.
Είμαι έλλειψη, δενδροκορμός κι ένα σημάδι , 
κύκλος, μέτωπο και ανύπαρκτο ερώτημα.
Είμαι σκοτάδι, ακαθόριστη τροχιά και πάπλωμα. 

''επιτραπέζιο ζευγάρι από μέταλλο''
Εκείνο το πιθανό σου όμως χαμόγελο 
ξέρω πού θα το βρω,
σ'αυτή τη χαραμάδα που αφήνεις πάντα να φανεί 
όταν με βρίσκεις.


Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2011

Έλα να ζήσουμε μαζί ένα Παρελθόν

Όλο και πιο συχνά μιλάμε για το παρελθόν. Για το δικό μας , το συλλογικό, αυτό που μας μεγάλωσε. Αλλά και το ατομικό, αυτό που μόνοι μας χτίσαμε με τουβλάκια πλαστικά και πολύχρωμα και γύρω του βάλαμε φύλακες τα playmobil μας να το φυλάνε. Γυρίζουν όλα σα διαδρομή σε καρουζέλ. Εικόνες, εκπομπές, συνθέτες και ερμηνευτές και όλο θαυμάζουμε, όλο ένα ''Υπέροχο'', ''Συγκλονιστικό'', ''Αξεπέραστο'', ''Αριστούργημα'' ξεφεύγει από το στόμα μας, ίσως και λίγο από συνήθεια, ίσως και τιμής ένεκεν , βλέποντας τη χρονιά κοπής του προϊόντος. Μιλάμε για τα παιδικά μας χρόνια με τα προγράμματα της Ερτ που μύριζαν σαν πούδρα βρεφική κι αρχίζουμε να βομβαρδίζουμε τη μνήμη με φράσεις κλειδιά για Φρουτοπίες, για Φρου φρου, για ένα κουτί με παραμύθια,για τη Τενεκεδούπολη ή για τη Λιλιπούπολη,τη Μάγια Μέλισσα, το Ουράνιο τόξο και το Νιλς Χολγκερσον και πως στο Μι τραγουδά τα παραμύθια η Μελιά θέλουμε να φωνάξουμε με ένα χαμόγελο να μοιραστούμε με συνομήλικους το γεύμα αυτό το τρυφερό. Σαν να μην πέρασε μια μέρα ή σαν η μέρα που πέρασε να μας πονάει.Σαν ... για να πούμε κι εμείς με τη σειρά μας στη γενιά την επόμενη ''...Στα χρόνια μας ήταν αλλιώς.'' 
Όλο και πιο συχνά κοιτάζουμε ασπρόμαυρα και περιμένουμε τα χρώματα , σαν το ρολόι έναρξης στην κρατική τηλεόραση και το ηχητικό το σήμα του τσοπάνη. Πού πήγε άραγε το χρώμα; Ποιος το αφαίρεσε ; Πάνε αρκετά χρόνια πια και όμως επιμένουμε στην Αλίκη, στο Μάνο, στο Μίκη, την Τζένη, τη Μελίνα, ανταλλάσουμε μικρά τους αποσπάσματα, σε τοίχους τα κρεμάμε όπως θα κάναμε το ίδιο για νεκρούς πια συγγενείς αγαπημένους μας, που ένα κάδρο στο σαλόνι ή στο χωλ είναι αυτό που απομένει απ΄τη ζωή τους. Αλλά αυτούς τους συγγενείς δεν είναι αρκετό ότι τους μνημονεύουμε, ψάχνουμε λόγους παραπάνω να το δείξουμε κι αλλού ότι τους θέλουμε ακόμα ζωντανούς. Φωνάζουμε ασπρόμαυρα, ένα γιατί το παρελθόν να έκρυψε καλά τόσο το χρώμα του και σήμερα ξεθώριασαν οι απόγονοι.
Υπάρχουν σήμερα απόγονοι; Υπάρχει αντιστοιχία ; Σύνδεση πώς να κάνουμε με το παλιό μας και το νεόκοπο,  όταν το νέο δείχνει τόσο ξεκομμένο από τις μνήμες μας, τόσο μπαγιάτικο, φτηνό ή απλώς άνευ νοημάτων; Ποια μελωδία να συγκινήσει σήμερα, ποιο στίχο να γράψεις κάπου μέσα σου και γύρω απ'αυτόν να αναθρέψεις μια ελπίδα; Δε φτάνουμε μακρυά, να συζητάμε για μυαλά ή στοχαστές, πόσους Σεφέρηδες εξάλλου,πόσους  Ελύτηδες, Ρίτσους ή Καρυωτάκηδες να περιμένεις να γεννήσει ένας τόπος; Ίσως και να γεννάει , ίσως και να υπάρχει γύρω μας κάτι απ΄αυτούς που καταπίνει η μάζα. Αλλά δεν συγκινούν. Πάλι μιλάμε για Καβάφη και το στόμα μας δε βρίσκει λέξη, άχαρη προγονοπληξία για πολλούς το σύμπτωμα, δέος το λένε άλλοι τόσοι. 
Όλο και περισσότερο αναζητούμε νοσταλγίες μέσα στη μέρα μας, ξυπνάμε ενήλικες και φτάνει το βράδυ να'μαστε πάλι παιδιά, να χρειαζόμαστε μια μουσική - όχι τραγούδι απλό, αλλά μια μελωδία σαν νανούρισμα - να μας βάλει στο κρεβάτι, να κρύψουμε ένα μουρμουρητό μας κάτω από το μαξιλάρι, λίγη ζωή να προστατεύσουμε κάτω απ'τα όνειρα τα άστρωτα και όταν έρθει το πρωί, ό,τι ανασαίνει ακόμα να το αφήσουμε απ'το παράθυρο να φύγει, να πετάξει από δέντρο σε δέντρο και να ευχηθούμε να επιστρέψει πίσω, να μας βρει με μια λαχτάρα παραπάνω να το ψάχνουμε. Οι δείχτες να γυρίζουν προς τα πίσω, να ανακαλύπτουμε κάμποσα βίντεο τη μέρα , να μοιραζόμαστε μια έκπληξη για το πως έμοιαζε στα νιάτα της μια αγαπημένη μας φωνή και πόσα άραγε τραγούδια της δεν μάθαμε ακόμα , χαμένα κι αυτά μέσα στο χρόνο .          
Δεν ξέρω αν έτσι χάνουμε το χρόνο μας ή αν έτσι μόνο αξίζει να τον ζούμε, δεν είναι αρκετό ό,τι κι αν κάτσω να σκεφτώ ή γράψω. Ίσως θυμώσω με το σήμερα και που σ'αυτό δε δίνω σημασία να το μάθω ή ίσως πάλι να μη θέλω να το μάθω, να με αρπάζει απ'τα μαλλιά και μένα αυτή η νοσταλγία για το χθες. Τι είναι αυτό που μοιάζει ότι χάνουμε το χρόνο μας; Είναι ιός που εξαπλώνεται ή μία μίμηση, είναι ντροπή για το παρόν, είναι ευθύνη που δε θέλουμε να πάρουμε, κάτι καλύτερο να φτιάξουμε στο τώρα; Αγαλματάκια ακούνητα λοιπόν, μέρα και νύχτα αναλώνουμε τους φόβους μας και τους βουτάμε στις χαρές του χθες μας. Όλο και πιο συχνά συναντώ γύρω μου ανθρώπους που χαίρονται για το πως μεγάλωσαν , αλλά όχι για το πως τώρα μεγαλώνουν. Κάποιες φορές εύχομαι να έκρυβε και το μέλλον τόσες νοσταλγίες ή φτάνουν στιγμές που το νομίζω κιόλας. 
Κι επιστρέφω στο μέλλον, θέλοντας και μη, σχεδιάζω , ανταποκρίνομαι , συνεργάζομαι και υπομένω, υπηρετώ, αναπνέω, ασχολούμαι, μοιράζομαι και ανυπομονώ αλλά όσο κι αν προσπαθώ με παρελθόν ονειρεύομαι ακόμα.

Τρίτη, 13 Σεπτεμβρίου 2011

Κάθε Σεπτέμβρη / Μια υπόσχεση

Κατηγορώντας το παρόν για μια μιζέρια τόση
ένα απ'την τσέπη μου χαμόγελο 
ξηλώνω 
- είχα καιρό να το φορέσω κι εκεί μέσα 
έπιασε ρίζες -
λίγο στις άκρες το πατάω να μη του μείνει καμιά τσάκιση 
και το φορώ.
Είμαι από χρόνια αισιόδοξος,
λίγο σαν να πατώ στα σύννεφα, 
λίγο πολύ από αντίδραση 
να μη με βλέπεις από μέλανα χολή να στάζω . 
Κι αυτό που χάνουμε στο σήμερα,
αυτό που κλάπηκε από εμάς 
δεν επιτρέπω στον εαυτό μου να τον ρίξει κάτω.
Πολίτης που υπερήφανα δεν νιώθω
μειώσεις σε μισθούς και ανασφάλεια , 
φίλοι μου άνεργοι , αγανακτούν ή υπομένουν
κι εγώ μαζί τους να μοιράζομαι ένα πιο δυνατό μου γέλιο.
Από αντίδραση, καθήκον ή σαν άμυνα
κρατάω τα χρώματα που θέλω να προσφέρω γύρω μου.

Και όταν έρχεται ο καιρός να επιστρέψω 
σ' αίθουσα σχολική με μάτια ζευγάρια των παιδιών να με κοιτάζουν
είμαι διπλά, τριπλά χαρούμενος
που έχω ακόμα ένα χαμόγελο μεγάλο να τους δώσω
να εξηγήσω, να σταθώ , να καταλάβουν
αν πρόκειται σε τέτοια κοινωνία να σταθούν
ας έχουν κάποιον να τους δώσει λίγο χρώμα 
μια αγκαλιά και μια κουβέντα 
να σκεφτούν το παραπάνω,
να ξεχωρίσουμε τροφή από τα μασημένα που μας δίνουν 
να βρούμε κάπου την αλήθεια.
Τολμώ να πω είμαι ευτυχής για τη δουλειά μου
γιατί ακόμα δεν τη βλέπω σα δουλειά
αλλά μια φυσική , τόσο αβίαστή μου καθημερινότητα
να είμαι εκεί. 

Και να υπόσχομαι κάθε αρχή Σεπτέμβρη
Ανάμεσα σε μένα και στα πλάσματα αυτά καμιά σκιά 
να σπαταλά το φως που έχουμε όρεξη να φάμε.


Κυριακή, 4 Σεπτεμβρίου 2011

Ursa Major

Σου έταξα λέξεις και σου έδωσα το στόμα 
εκεί 'ναι σου είπα / να ψαρέψεις τις δικές σου
- κι είναι παράξενος κανόνας -
κι όμως 
οι λέξεις με εγκαταλείπουν κι εγώ δε νοιάζομαι
ανοίγω με το ίδιο μου το χέρι την εξώπορτα,
περάστε / στο καλό κι ας μη ξανάρθετε τους λέω 
κι αυτές στραβοκοιτάνε / και τσακίζονται απ'τις σκάλες. 

Από καιρό τις παραμόνευα / να δω πότε εμφανίζονται
κι όταν απόφαση το πήρα 
ότι στις λύπες μου τραπέζι στρώνουν
ήρθες εσύ να με αποδεσμεύσεις.
δεν φταίνε αυτές  μου είπες / και μην τις απορρίπτεις
είναι ανώφελο να είσαι ευτυχισμένος με τις λέξεις 
- είναι παράξενος κανόνας κι όμως -
όταν αυτές δεν έχουν / ευτυχία να συγκρίνουν.
 
Σελίδες με ναυάγια μοιάζουν και δε σώζονται / σε σκέφτομαι   
γράφονται, σβήνονται, ποτέ δε φτάνουν /  σου μιλάω 
στεριά να τις αφήσω δεν υπάρχει / σε θυμάμαι 
βάζω cd ταπετσαρία να γεμίσει το διαμέρισμα / σε περιμένω. 
Είναι παράξενος κανόνας όμως 
όταν στιγμές από ευτυχία καταπίνεις / να μην μπορείς πάνω σε πλήκτρα να τις φτύσεις.
Πολλές εικόνες στο μυαλό μου περιστρέφονται
κι ακόμα τόσοι προορισμοί και περπατήματα
το καλοκαίρι φετινό από τα πι'όμορφα
δίχως να νιώθω ενοχές το ξεστομίζω. 
Κι εγώ τις λέξεις που δε μπόρεσα να πω 
- εσύ τις ξέρεις πιο καλά - τις ζωγραφίζω
μ'αυτή τη νύχτα με φεγγάρι που μου έδειξες / Μεγάλη Άρκτο ικανή 
να κλέψει τη ματιά μας πέρα από το φεγγάρι.

(κι αν μέσα μου εγκατασταθεί αυτή η Μεγάλη Άρκτος, ίσως να είμαι για καιρό πολύ απόντας )