Τετάρτη, 25 Ιουλίου 2012

Περί τυφλότητας *

''Υπάρχει άραγε εξουσία , είπε ο πρώτος τυφλός. Δεν φαντάζομαι, αλλά και να υπάρχει, θα είναι μια εξουσία τυφλών που θέλουν να κυβερνούν τυφλούς, σαν να λέμε το τίποτα θέλει να οργανώσει το τίποτα.''

Zούμε σε μια χώρα τυφλών.Κανείς δεν βλέπει, έτσι ξαφνικά μια χώρα τυφλών (άρα κανείς τυφλός;). Ένας διακόπτης γενικός που κάποιος κατέβασε. Ή μια ασφάλεια που κάηκε, για να αποφύγουμε να ξεστομίσουμε τις άδικες κατηγορίες δίχως απτές τις αποδείξεις ενοχής. Το θέμα είναι το σκοτάδι μας. Δικό μου και δικό σου. Τo μοιραζόμαστε, μαζί το βρήκαμε, μαζί θα το μεγαλώσουμε, να το δούμε να προοδεύει, να πηγαίνει σχολείο, να δει κι αυτό μιαν άσπρη μέρα. Aλλά κι αυτή δε θα τη δει μες στη γαλακτερή του την τυφλότητα. Αυτή η χώρα έγινε γαλακτερή.
Κι όταν λέμε χώρα, ζητάμε και μια συγγνώμη από τα λεξικά για την κατάχρηση της λέξης, αλλά να που δε βρίσκουμε άλλη πιο εύκαιρη να τους μαντρώσουμε όλους μέσα. Χώρα Τυφλών με κάθε έννοια. Τυφλών από άγνοια, μίσος, συμφέρον, από ανικανότητα, από ανάγκη, από μόδα, από δω παν' κι οι άλλοι, από πού να ξεκινήσω και πού να τελειώσω, από κενότητα, ηλιθιότητα, μακαριότητα κι από τυφλότητα αγνή, παρθένα και αμόλυντη.

''Τότε δεν υπάρχει μέλλον, είπε ο γέρος με τη μαύρη καλύπτρα. Δεν ξέρω αν θα υπάρξει μέλλον, το ζήτημα τώρα είναι να δούμε πώς θα μπορέσουμε να ζήσουμε το παρόν. Χωρίς μέλλον, το παρόν δεν έχει καμία αξία, είναι σαν να μην υπάρχει.''

Αναπνέουμε το ίδιο σκοτάδι κι όμως ο καθένας αλλιώς παραπατά, άλλα βήματα βρε αδερφέ και καλά κάνει, αλλά γιατί τόσο εξόφθαλμα να στερούμαστε προσανατολισμού. Γιατί να έχουμε προσανατολισμό θα με ρωτήσετε και καλά θα κάνετε. Έτσι για αλλαγή, να πούμε ότι η βάρκα θα πάει παρακάτω, που σηκωθήκαμε όλοι όρθιοι και κινούμαστε σε πορείες αντίθετες και πώς να κάνει δουλειά ο βαρκάρης κι αυτός τυφλός είναι ο έρμος. Και δε μιλώ για πρωθυπουργό στο όνομα του βαρκάρη,γιατί ο βαρκάρης ξέρει τουλάχιστον ένα κουπί να το πιάνει, με αυτό βγάζει το ψωμί του, μ'αυτό και την κυρά του. Ας ξεκουνάγαμε τη βάρκα , έστω δύο λεύγες παρακεί, να αλλάξουμε νερά και παραστάσεις, να κατουρήσουμε κι αλλού κι ας επιστρέψουμε μετά πίσω στο μόλο, ούτως ή άλλως το σκοινί μας βγήκε λίγο , βάρκα κι αυτή με περιλαίμιο σκύλου, σαν και αυτούς που οδηγούν κάποιους τυφλούς. Σε μια χώρα - συγχωρέστε μου τη λέξη για άλλη μια φορά - όπου οι τυφλοί πολλαπλασιάζονται όσο δίνονται συντάξεις αναπηρίας και κατορθώνουν οι τυφλοί να 'χουν δυο μάτια αετίσια κάθε που στέκονται ουρά να την τσεπώσουν, χάθηκε να τσοντάρουμε να πάρουμε και λίγο σκοινί παραπάνω για τη βάρκα ;

''Μπορεί η ανθρωπότητα να καταφέρει να ζήσει χωρίς μάτια, τότε όμως θα πάψει πια να είναι ανθρωπότητα.'' 

Και τι θα είναι αν όχι ανθρωπότητα ; Μίσος . Aυτό ακόμα και ο τυφλός το νιώθει, δε θες μάτια για να το δεις το τόσο μίσος που ξεχύθηκε στη χώρα, όπως δε θες και λογική. Το μίσος και η λογική δε συναντήθηκαν ποτέ. Μoνάχα ξίφη διασταυρώθηκαν για αυτά,σε τοίχους ηλεκτρονικούς και τιτιβίσματα, αθλήτρια σου λέει που έχει τάσεις αϋπνίας και συζητά τα βράδια με κουνούπια, της λέν' τι κρέας προτιμούν κι εκείνη σπεύδει να το κάνει αναζήτηση στο google. Το μαύρο κρέας λέει είναι το καλύτερο κι ευτυχώς στη χώρα μας αβγατίσαμε. Αλλά για να το ξεχωρίσεις, πρέπει να βλέπεις κι εμείς δε βλέπουμε. Βάζουμε τα κουνούπια να μας λένε ποιος είναι λευκός και ποιος μαύρος , αυτοί οι φτερωτοί είναι οι μεγαλύτεροι ρατσιστές στον τόπο αυτό. Είπα φτερωτοί; Να δεις που θα'ναι και ομοφυλόφιλοι και κρύβονται. Άρα κουνούπια που ρατσίζουνε γιατί ρατσίστηκαν. Έτσι μόνο βγάζει νόημα. Αν και σίγουρος δεν είμαι πια ο ρατσισμός αν είναι αυτό που ήταν κάποτε, ''αυτό ξέρεις ,αυτό εμπιστεύεσαι''.Λες σε κάποιον είσαι ρατσιστής και σου απαντά ''είσαι ρατσιστής με τους ρατσιστές;'' και μετά εσύ πρέπει να του πεις ''είσαι ρατσιστής που είμαι ρατσιστής με τους ρατσιστές;'' και όλο αυτό θα μας πάρει ώρα μέχρι και το τελευταίο κουνούπι να μας γανώσει και να μας φακελώσει. Τι είναι άραγε ρατσισμός; Είναι για μας, για άλλα παιδιά, ενός κατώτερου θεού; Α και παρεμπιπτόντως, αν υπάρχει Θεός, εύχομαι να είναι μαύρος. Εκεί να δεις γέλια.

''Το αποτέλεσμα είναι μπροστά μας.Ποιος από μας θα θεωρεί τον εαυτό του εξίσου ανθρώπινο όπως πίστευε ότι ήταν παλιά ; ''

Προς το παρόν γελάνε μαζί μας οι δυνάμεις του σύμπαντος που βρήκαμε κάθε αλλοδαπό για σάκο του μποξ, για τα νεύρα που δεν είχαμε πού να εκτονώσουμε, τα απωθημένα, τις αγαμίες και τα συναφή , που βρέθηκαν κι αυτοί στη χώρα μας γιατί τους είπαν ότι είμαστε τυφλοί και δε δαγκώνουμε το κρέας που δε βλέπουμε μα να σου τα κουνούπια οι ρουφιάνοι μας τα ξέρασαν όλα, και για τις δουλειές που με το ζόρι μας παίρνουν, για τα cd,τα dvd, τα ανεμιστηράκια και τις τσάντες μαϊμού που με το ζόρι μας βάζουν κι αγοράζουμε,και για τις εκλογές που αυτοί φταίνε που ψηφίζουμε στα τυφλά,έπρεπε κι εκεί να είχαμε τα κουνούπια για βοήθεια, και για τις μειώσεις και για το ΔoNηTη που πήραμε και μας βγήκε ελαττωματικός και για τον καιρό και για τα σκουπίδια και για τη διαφθορά και για το δημόσιο και για την παιδεία που κατέρρευσε χωρίς κανέναν να της δώσει ένα χέρι βοηθείας,  την Κανέλλη που προτάσσει και το άλλο μάγουλο σαν καλή χριστιανή και θα της φάει τις μάπες της,και για την υγεία, τα γενόσημα, τα εθνόσημα,τη σημαία μου μέσα και τα φωνήεντα που μου τρώνε οι εξωγήινοι και για την Μουτσάτσου, τον Κασιδιάρη, τον χαβαλεδιάρη και τα κουνούπια που τους τσίμπησαν όλους, τον έλληνα που κοιμάται όρθιος , που ξενυχτά και πίνει, κι εκεί ακόμα τύφλα και τύφλα τύφλα παντού και να ξυπνήσουμε μιαν ωραία πρωία με ένα hangover και να σιχτιρίζουμε ξανά κάθε κουνούπι και να μισούμε, να βαράμε , να βρίζουμε, να κοπανιόμαστε τυφλοί στη μέση του δρόμου, στη μέση του κόσμου, της ζωής μας, τυφλοί γιατί έτσι μας έμαθαν κι εμείς δε θελήσαμε να μάθουμε αλλιώς, να μην αγαπάμε γιατί η αγάπη θέλει να μη φοβάσαι, έτσι τυφλοί κι εγώ γιατί να λυπάμαι τους ξένους στη χώρα μας που δεν έχουν κουνούπι να τους υπερασπιστεί και να τους λέει '' οι έλληνες είναι τυφλοί γι'αυτό και επικίνδυνοι''.

υ.γ. το παρακάτω βίντεο μια απαραίτητη δόση αντίδοτου στην τυφλότητα.
 λίγο φως που δανείστηκα από το ιστολόγιο του Οδοιπόρου





Σάββατο, 21 Ιουλίου 2012

Η ΒΛΑΧΕΡΝΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΟΝΗΣΙ * ( συνομιλίες ΙΙ )

Από το πρωί γυρίζαμε την πόλη. Όσα μαγαζιά κι αν επισκεφτείς, πάντα τάζεις στον εαυτό σου το επόμενο να είναι το καλύτερο, ότι εκεί θα βρεις το ωραιότερο, το ενθύμιο που θα αντιπροσωπεύσει καλύτερα εσένα, εκείνη τη μέρα, εκείνο το ταξίδι, εσένα σ' εκείνο το ταξίδι. Σ' εμένα πάντως δεν πιάνει αυτό. Τo ιδανικό θα ήταν να έβρισκα κάτι από κάθε προορισμό που να το ήθελα μετά μες στις βαλίτσες μου. Όμως ανάμεσα σε τόσες καρτ ποστάλ , τόση αρχαία ελλάδα,μάρμαρο,πέτρα , κομπολόι και μαγνητάκια, δυσκολεύομαι να ακούσω την καρδιά μου.

Αφού ξοδέψαμε ώρες να χαζεύουμε βιτρίνες και να ρωτάμε τιμές, κι αφού τίποτα σχεδόν δεν ικανοποιούσε τα ιδιόρρυθμα γούστα μας, αποφασίσαμε να συνεχίσουμε αυτό που κάναμε καλύτερα, την τουριστική ξενάγηση στο νησί. Επισκεφθήκαμε το παλάτι της Αυτοκράτειρας Σίσσυς και δε λέγαμε να ξεκουνήσουμε . Δεν ξέρω τι μας έκανε περισσότερο εντύπωση : η αγάπη της για το όμορφο , που σαν κυριότερη έκφραση πήρε στο πρόσωπο του Αχιλλέα , και τα χρήματα που είχε ξοδέψει για να το αποτυπώσει γύρω της ή ότι το όμορφο δεν κατάφερε να της δώσει τη χαρά που εκείνη έψαχνε, ούτε καν να την κρατήσει σε έναν τόπο ; Kαι το όμορφο μπορεί να μένει πάντα όμορφο, ακόμα και άψυχο, σε πέτρα, καμβά ή μάρμαρο; Όταν κάποια στιγμή καταλάβαμε πως ούτε η ίδια η αυτοκράτειρα δεν θα μπορούσε να δώσει απάντηση, φύγαμε με την εικόνα του Αχιλλέα να σέρνει το πτώμα του Έκτορα , χαραγμένη στο νου μας και με τον θρύλο για τον άτυχο θάνατο του ζωγράφου που την έφτιαξε στα χείλη . Ίσως ο θάνατος όσων αποζητούσαν τη Ζωή να ήταν αναπόφευκτος. Εμείς πάλι Αν μπορούσαμε να κουβαλήσουμε το Αχίλλειον μαζί μας, θα ήμασταν ευτυχισμένοι.

Η ΒΛΑΧΕΡΝΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΟΝΗΣΙ - ΛΑΔΙ ΣΕ ΚΑΜΒΑ, 60x30 , 2011
Στη συνέχεια αποφασίσαμε να περάσουμε απέναντι, στο Πoντικονήσι. Κατεβήκαμε μέχρι την Παναγιά των Βλαχερνών και μέχρι να μαζευτούν τα άτομα για να ξεκινήσει η βάρκα μας για το νησάκι, πλησιάσαμε στο εκκλησάκι μήπως προσκυνήσουμε, αλλά τελευταία στιγμή το αφήσαμε. Συνήθως όταν συναντώ πολύ κόσμο σε μοναστήρια ή ξωκλήσσια , αποφεύγω να μπω, η αγοραφοβία μου με κρατά δέσμιο ή η τάση μου να μη θέλω να ακολουθώ τις συνήθειες των πολλών. Δε θυμάμαι πολλά, όμως θυμάμαι ότι από κείνη την ώρα σταμάτησα να μιλάω. Για κάμποσες ώρες. Δεν ήταν ότι προσπάθησα ιδιαίτερα και οι φθόγγοι δεν εγκατέλειπαν το στόμα μου, είναι που δεν προσπάθησα καν και κανείς δε με ρώτησε γιατί. 

Περάσαμε απέναντι και καθίσαμε λίγο στα μπλε τραπεζάκια έξω από τον ναό του Σωτήρος. Δε συμμετείχα στις κουβέντες των φίλων μου, δεν άκουγα τι λένε. Στα αυτιά μου είχα μια μελωδία κατάδική μου, που δεν τη συγκράτησα έπειτα. Ακόμα και η λέξη μελωδία δεν είναι αντιπροσωπευτική, περισσότερο βουητό ήταν, λες και μερίδα ανέμου είχε μπει στο κεφάλι μου. Μπήκα στο εκκλησάκι κι άναψα τα κεριά που είχα μελετήσει, περί υγείας και ευημερίας αγαπημένων προσώπων και συγγενών, και κράτησα το τελευταίο όπως πάντα για τη γιαγιά μου, περί αναπαύσεως ψυχής αποθανόντων. Έτυχε εκείνη την ώρα , να έρθει η γυναίκα που φρόντιζε τον ναό να σβήσει τα κεριά. Την είδα να βγάζει δυο δυο τα κεριά από την άμμο και με το κεφάλι τους να τα βουτά σ'αυτήν , να σβήσουν τα φιτίλια τους. Όταν έφτασε σε αυτά που είχα ανάψει προ ολίγου, της είπα "μη το σβήσετε ακόμα'' και την παρακάλεσα να κρατήσει ένα λεπτό ακόμα αναμμένο το τελευταίο κερί που είχα ανάψει, το περί της αναπαύσεως. 

Στην επιστροφή, συνειδητοποίησα ότι το βουητό είχε περάσει, εντελώς ξαφνικά όπως είχε εμφανιστεί. Τo μυαλό μου ήταν μοιρασμένο ανάμεσα στη σίσσυ, στον αχιλλέα, στο όμορφο, στις ψυχές, στη γιαγιά μου, σε όλα όσα δεν έζησα αλλά θα ήθελα να ταξιδέψω πίσω στο χρόνο ή σε όσα έζησα αλλά άπληστα θα ήθελα μια τους φορά ακόμα. νοστάλγησα , σαν άλλος Οδυσσέας τον άδη, τους ανθρώπους που φεύγουν και μαζί παίρνουν κομμάτι της ομορφιάς τους, ένα όνομα, ένα ρούχο, ένα ενθύμιο η παρουσία τους όλη που κάπου κάπου το ανακαλείς, δίχως να θυμάσαι πόσο σου κόστισε να το αγοράσεις ή πώς τελικά θα ξεπληρώσεις να το ξεχάσεις.Θυμήθηκα τον Οδυσσέα στη Νέκυια που συναντά τον Αχιλλέα κι όμως κι οι δυο χαμένοι τα 'χουν για το ποια θέση είναι καλύτερη να ζεις, στον πάνω ή κάτω κόσμο,μαζί με αυτούς που έχασες ή με την ανάμνηση τους .
Όταν περάσαμε από την πόλη,σταμάτησα σε ένα από τα τουριστικά μαγαζιά και πήρα ένα αντίγραφο της Οδύσσειας, ούτε σε καλή κατάσταση ούτε σε καλή τιμή,αλλά ήταν αυτό που ήθελα να διαβάσω εκείνη την ώρα.

Ήταν γυρίζοντας Πειραιά που έμαθα ότι το Ποντικονήσι σύμφωνα με το μύθο ήταν στην πραγματικότητα το καράβι του πολυμήχανου Οδυσσέα που κατά τη διάρκεια μιας καταιγίδας ο Ποσειδώνας μετέτρεψε σε καταπράσινο βράχο. Και μπορεί Ιθάκη να μη βρέθηκε, αλλά είχαμε το ενθύμιο.

 * Αν έπρεπε να ξεχωρίσω ένα από τα ιστολόγια που παρακολουθώ ανελλιπώς όσα χρόνια τριγυρίζω διαδικτυακά , θα ήταν του φίλου μου Στέλιου.  Ενός ανθρώπου από τη σπάνια πια κατηγορία εκείνων που ασχολούνται με αυτό που αγαπούν. Στην συγκεκριμένη περίπτωση εκείνος ασχολείται με τα πινέλα. Κι από ό,τι μας επιτρέπει να δούμε, τον αγαπούν κι αυτά. Τον ευχαριστώ για την παρουσία του και για τη χαρά να μου ''δανείσει'' έναν από τους πίνακές του. 
Εσείς δεν έχετε παρά να περάσετε μια βόλτα από το ''ατελιέ'' του για να το διαπιστώσετε. http://mysteliosart.blogspot.gr/


  

Τετάρτη, 18 Ιουλίου 2012

Καντάδα

Κοντά στο τώρα σου σκαρφάλωσα,
μπαλκόνι να με δεις και να μη νοιάζεσαι
που κρέμομαι στα πόδια σου
για όσα σου,
για πόσα σου.
Και η σκιά σου να'ναι πλαίσιο στο παράθυρο κι εγώ στο άπειρο τροχιά , στ' απροσδιόριστο , να σε πηγαίνω όπως θα φεύγεις απ'το σήμερα, να'ναι τα ήμερα οι φωνές μας τις φαντάστηκα που εξαγριώθηκαν , μοιάζουμε άγρια θηρία που ενώθηκαν κι είναι θηρίο οι ζωές όταν ενώνονται, γιατί να ενώνονται ; 


Κοντά στην ώρα σου ξημέρωσα,
μπαλκόνι να'μαι εγώ στον πρώτο ήλιο σου,
να λιάζομαι στα λόγια σου,
του κάποτε, 
του αν ποτέ. 
Και η σκιά σου να'ναι τρόπος να πληρώσω, να μη χρειάζεται φωνή για να της δώσω, να'σαι ανέξοδη, από σκιά σ' άλλη σκιά τι να διαφέρει, πολλοί οι έξοδοι κι όμως ο κόσμος ο μικρός δε σε συμφέρει, πάντα μια απόσταση ήλιου και δορυφόρου , ασθενοφόρου μια σειρήνα ο κόσμος όλος, να μας πηγαίνουν στα επείγοντα δωμάτια, γιατί δωμάτια; 


Kοντά στο δώμα σου ξενύχτησα,
μπαλκόνι να'μαι εγώ με την κιθάρα μου,
να βρει φιλί η λαχτάρα μου  
στο στόμα σου, 
στο χρώμα σου.
Και από τα δίπλα διαμερίσματα τα βλέμματα, εσύ σκιά κι εγώ με νότες και με αίματα, σ'ένα τραγούδι σου αφιέρωσα τα πάθη μου, όλα τα λάθη μου χορδές , δειλά χαμόγελα, ένα παράθυρο που άνοιξε και το'θελα, βράδυ κι αυτό όπου φτωχός κι η φαντασία του, η εξουσία του στον έρωτα ασήμαντη, θάλασσα πόθοι κι η φωνή μου πολυκύμαντη , να είμαι σίγουρος στεριά κι εσύ ξημέρωμα, απόψε γίνομαι για σένα αφιέρωμα.

Rene Magritte - The lovers 

Δεν είδα πρόσωπα κι ήταν σαν να τους ήξερα. Απ'τις φωνές συναντιούνται οι άνθρωποι που αγαπήθηκαν ή που οι ψυχές τους είναι έτοιμες να αγαπηθούν. Ένας νεαρός τραγουδούσε με την κιθάρα του για την κοπέλα του απέναντι διαμερίσματος, στην πλάτη του δικού μου, στο φωταγωγό που οι ζωές μας ανασαίνουν. Εγώ χαμογελούσα και σιγοψιθύριζα. Στην Ε. και στον Θ.

Δευτέρα, 2 Ιουλίου 2012

Μαργαρίτα *


''...Ο ίλιγγος είναι η χειρότερη αίσθηση. Σου κόβει κάθε όρεξη για ζωή. Κι όλα γίνονται άχρωμα. Όλα χάνουν το νόημά τους. Πιστεύω πως πρέπει να παλέψουμε ενάντια στον αιώνα μας , που χαρακτηρίζεται από την έλλειψη νοήματος. Οι μεγαλύτεροι συγγραφείς βέβαια εξέφρασαν αυτήν την απουσία νοήματος - ο Καμύ, ο Σαρτρ, ο Μπέκετ - και τους θαυμάζω απεριόριστα. Αλλά νιώθω την ανάγκη να ... κάνω το αντίθετο. Να που σου λέω σημαντικά πράγματα, κρυμμένα μέσα μου πολύ βαθιά και τα οποία δε λέω σε κανέναν. Βαρέθηκα πια αυτή τη διαρκή απουσία νοήματος κι αυτή την εξύμνηση της απουσίας νοήματος. Δε λέω πως δεν ισχύει. Αλλά είναι απλώς ένα στοιχείο, και στοιχεία υπάρχουν πολλά ... Αυτό που καθιστά τα πράγματα ενδιαφέροντα είναι ακριβώς αυτή η πάλη, αυτή η πολυπλοκότητα. Εντάξει , ο κόσμος βαδίζει προς το τέλος του. Αλλά ένας άλλος κόσμος θα γεννηθεί, δίχως εμάς ίσως. Τόσο το χειρότερο.''

Μαργαρίτα Λυμπεράκη


* Το ''δίπολο'' Μαργαρίτα Λυμπεράκη - Μαργαρίτα Καραπάνου τα τελευταία 4 χρόνια έχει στοιχειώσει το παρόν μου. Έρχομαι και επανέρχομαι στα κείμενά τους και ένα μυστήριο με κάνει να τις αγαπώ. Διαβάζοντας αυτές τις μέρες το ''Δε μ'αγαπάς.Μ' αγαπάς.Τα παράξενα της μητρικής αγάπης''υπό την επιμέλεια της Φωτεινής Τσαλίκογλου (εκδόσεις Καστανιώτη) νιώθω να συστήνομαι εκ νέου σ' έναν κόσμο μέσα μου που σχηματίστηκε από τις λέξεις τους.