Πέμπτη, 27 Ιουνίου 2013

Θερμοκρασία Δωματίου: Προσευχή*

Έπαιρνα πάντα πέντε κεριά. Ούτε τέσσερα, ούτε έξι. Μόνο πέντε, όσες και οι ευχές μου ή αλλιώς οι παρακλήσεις μου. Αν ήταν παραπάνω από πέντε, έπρεπε να στριμωχτούν, να αγκαλιαστούν σφιχτά για να χωρέσουν ή μία από αυτές ή παραπάνω να περιμένει τη σειρά της, για άλλη επίσκεψη στην εκκλησία.  Που μπορεί, μέχρι τότε, να μην υπάρχουν ευχές παραπανίσιες ή να μην έχω θέληση κεριά ν’ ανάψω. Κάθε κερί, εξάλλου, ήταν κι ένας μικρός θάνατος. Που καιροφυλακτούσε η καντηλανάφτισσα να τον τελέσει. Ένα προς ένα, προτού καν στρέψεις το κεφάλι σου, έβλεπες τα κεράκια να βυθίζουν το δικό τους το κεφάλι στην άμμο. Οι ευχές έκαναν πάντα τον ίδιο ήχο καθώς έσβηναν, ένα απαλό τσιγάρισμα πάνω στην άμμο. Και το παγκάρι ήταν γεμάτο από τέτοιους μικρούς θανάτους, που περίμενε ο καθένας τους τη στιγμή που θ’ αγοράσεις τους δικούς σου. Αναρωτιέμαι πόσα λεφτά να ξόδεψα ως σήμερα, να δω τις ευχές μου έτσι να τσιγαρίζονται.

Ο αριθμός 5 δεν ήταν τυχαίος. Ήταν τα δάκτυλα που είχα να μετρήσω, οι αφιερώσεις και οι ελπίδες μου οι άνθρωποι γύρω μου να είναι καλά, οι άνθρωποι που πέθαναν να αναπαύονται,  να με θυμούνται οι μοίρες όταν μοιράζουν καλοτυχία και ο εαυτός μου, όταν λαθεύει, να επιστρέφει. Όσα κεριά κι αν άναβα, ο εαυτός μου επέστρεφε ταπεινωμένος, εσταυρωμένος κι αναστημένος. Γιατί έπρεπε να την περάσει τη διαδικασία, γιατί δε θα μπορούσα να περάσω κατευθείαν στην ανάσταση, γιατί έτσι φτιάχτηκαν όλες του κόσμου οι αναστάσεις  πώς να το κάνουμε, απ’ τα δικά μου τα πεσίματα, που έπρεπε κάθε φορά να είναι και πιο μεγαλειώδη. Και κάθε φορά η ανάσταση είχε και άλλο χρώμα. Δίχως όμως λαμπάδα.  Οι λαμπάδες συνήθως κυκλοφορούν γεμάτες παιχνίδια και κορδέλες και στρασάκια και φιογκάκια και δεν αφήνουν χώρο ν’ ανάψει το φιτίλι. Κι αυτό από μόνο του πάλι τις ζωές μας μου θυμίζει, που δεν άφησαν χώρο να ανάψει το φιτίλι. Καλοκαιριάζει θα μου πεις και τι να το κάνεις το φιτίλι με τέτοιον ήλιο . Ο ήλιος θ’ αναλάβει να μας φωτίσει και να μας κάψει. Αλλά χωρίς να μας ζεστάνει.

Δεν έχω ιδέα τι μπορεί να μας ζεστάνει. Δεν έχω καν μια πληροφόρηση πόσοι από μας αντιλαμβάνονται το κρύο, ακόμα και με 40 βαθμούς υπό σκιάν. Που δε σου φτάνει μια κουβέρτα, που δε σου φτάνει μια αγκαλιά, θέλεις να δεις ανθρώπων έργα φωτιά να βάζουν μέσα σου. Και δεν τα βλέπεις. Και πας και ανάβεις τα κεράκια σου και θες τα χρήματά σου να πιάσουν τόπο στο παγκάρι. Γιατί αλλιώς Θεός δε γίνεται απένταρος. Έχει κι αυτός τα έξοδα συντήρησης. Θυμάμαι που συνόδευα τη γιαγιά μου στην εκκλησία και της ζητούσα συνεχώς ψιλά να ρίξω στο κουτάκι, να πάρω τα κεράκια, να πιάσουν οι ευχές. Μεγάλωσα πιστεύοντας πως οι ευχές είναι συντριβάνια για τουρίστες, που πρέπει κέρματα να δώσεις αν θες να σε προσέξουν, είναι κεράσματα στις Μοίρες στο τραπεζάκι δίπλα απ’το κρεβάτι και κουραμπιέδες στον Άγιο Βασίλη κάτω απ’το χριστουγεννιάτικο το δέντρο. Μεγάλωσα κι εγώ στη λογική του παζαρέματος, να μου δώσεις, να σου δώσω, να τις αξίζεις τις ευχές και να τις αγοράσεις. Κι αγόραζα κι εγώ ευχές, μέχρι που τέλειωσαν τα χρήματα. Κι έτσι με άδειο πορτοφόλι, φοβάσαι ο Θεός μη και δε σε υπολογίζει στα τεφτέρια του.

Ποιος είναι Θεός για τον καθένα είναι συζήτηση μεγάλη, που για να την κάνεις προϋποθέτει ψυχραιμία και λογική. Τίποτα από τα δύο δε συναντάς εύκολα πια, παρά μόνο ανθρώπους που ξέχασαν τα παιδικά τους χρόνια που προσεύχονταν πριν κοιμηθούν, που ζητούσαν συγγνώμη κι έλεγαν ευχαριστώ, που είχαν μια καλή κουβέντα για το καλό σου και μια παρήγορη για το πέσιμό σου. Η ανάσταση δεν έρχεται πια εύκολα, όσο η Σταύρωση. Και σκέψου βάρος στις τσέπες των ανθρώπων με τόσα καρφιά που κουβαλούν, που δε τους μένει σπιθαμή υφάσματος να βάλουν ένα χαμόγελο. Κάποιο τεφτέρι εκεί ψηλά έχει πάρει φωτιά, αυτό σκέφτομαι. Όχι κάποιου Θεού, ποτέ δεν ήμουν υπέρμαχος συγκεκριμένης θρησκείας. Ήμουν όμως υπέρμαχος του σεβασμού. Σε ό,τι διαφέρει απ’ τα δικά μου θέλω, γούστα και κεριά. Ο καθένας ξοδεύει τις ευχές του κι εγώ δεν ήθελα ποτέ καντηλανάφτης να γίνω κι ευχές να τσιγαρίζω. Θα λαχταρούσα λίγη παραπάνω καλοσύνη, αυτή, την καλοσύνη των Ξένων, όπως είπε μια ηρωίδα του Ουίλιαμς. Κι αυτή την καλοσύνη των ξένων να αναλογιστούμε, αν είμαστε ικανοί να την προσφέρουμε οι ίδιοι σε άλλους ξένους γύρω μας.

Τα παιδικά μου χρόνια τα πέρασα στο Πέραμα. Εκεί γεννήθηκα , εκεί μεγάλωσα. Πέραμα σημαίνει και πέρασμα, όπως και Πάσχα το ίδιο σημαίνει. Ανέβαινα λοιπόν κάθε Μεγάλο Σάββατο στην ταράτσα του σπιτιού μας μ’ ένα βιβλίο και περνούσα ώρες ατέλειωτες. Ήταν το μόνο μέρος που νόμιζα κανείς δε με φτάνει, καμιά ευχή μου δεν τσιγαρίζεται κι εγώ ο ίδιος σαν κερί δε θα μπορούσα να λιώσω. Κοιτούσα τον ήλιο, με κοιτούσε κι αυτός, δεν ήξερα τι ένιωθα ακριβώς, όμως δεν κρύωνα. Δεν είχα κέρματα μαζί μου, ήταν ανέξοδη η πίστη κι η προσευχή μου. Κι έτσι μπορούσα ελεύθερα να πω ότι δεν πίστευα σε κανένα Θεό και ότι πίστευα σε όλους. Κυρίως πίστευα σε ανθρώπους, που Θεό κρύβουν μέσα τους και που μπορούσαν θαύματα να κάνουν και να μην κρατούν τεφτέρια. Μεγαλώνοντας αναθεωρώ και εύχομαι αν υπάρχει Θεός, ένας ή παραπάνω, να σκίσει τα τεφτέρια του και να δώσει μιαν Ανάσταση ακόμα. Και οι άνθρωποι να σταματήσουν να Σταυρώνουν για να μπορέσουν να την αντιληφθούν.


αυτούσιο το κείμενο,όπως δημοσιεύτηκε στις 30 Απριλίου στην περιοδική έκδοση στοχασμού http://www.intellectum.org . Πρόκειται για το δέκατο τέταρτο μιας σειράς άρθρων στη στήλη μου ''Θερμοκρασία Δωματίου''  που με αγάπη φιλοξενείται στον πολύ αξιόλογο διαδικτυακό αυτό τόπο.

Σάββατο, 22 Ιουνίου 2013

Κουβάδες

Γέμιζα κουβάδες όλο το πρωί.
Και κάθε κουβάς είχε μια θλίψη,
που δε γέμισε αρκετό από το χάος μου
που με άφησε να γυρεύω τον επόμενο.
Το πάνω πάτωμα αποφάσισε μέσα στη νύχτα να πλημμυρίσει.
Και το έκανε με φωνές
και το έκανε με κλάμματα.
Πήρα αγκαλιά έναν κουβά και άρχισα μαζί του να μιλώ.
Του ζήτησα βοήθεια
να με στεγνώσει ή να με κρύψει
στο κρύο του μέταλλο να με φωλιάσει.
Και το έκανα με θυμό
και το έκανα με λαχτάρα.
Το πάνω πάτωμα δεν έλεγε να αλλάξει χαρακτήρα
κι ένιωθα εγώ πως πρέπει να αλλάξω.
Οι τοίχοι έσταζαν, σαν κεριά που έλιωναν
και που δεν είχα ανάψει, ούτε προσευχηθεί.
Κάθε που ένιωθα τον εαυτό μου να βυθίζεται
πέταγα τον σταυρό μου στον κουβά
σαν να’ταν Θεοφάνεια.
Τον άφηνα πνιγμένο στο κολύμπι του.
Κι ο ουρανός είχε πια γίνει ένα πελώριο σφουγγάρι
όχι από κείνα που σε πλένουν,
αλλά από κείνα που σε σβήνουν.
Κι έτσι σβησμένο με αφήσαν και ανώφελο.
Κάποια στιγμή το πάνω πάτωμα σταμάτησε νερά να στάζει
κι αναρωτήθηκα γιατί το δικό μου δε λέει να στεγνώσει.
 

Κυριακή, 16 Ιουνίου 2013

Θερμοκρασία Δωματίου : Πορφύρα *

Κρύψου εσύ. Σήμερα θα τα φυλάω εγώ. Μόνο που θέλω να μου πεις, προτού κρυφτείς, τι έμεινε να φυλάω. Είναι σκέψεις, είναι πόνοι, είναι συναισθήματα, είναι χρώματα, χώματα ή ιστορίες; Είναι αξίες, γεγονότα, είναι όνειρα; Και πώς θα ξεχωρίσω τα δικά σου απ’ τα δικά μου ή των άλλων; Πριν αρχίσω να ψάχνω, πες μου σε παρακαλώ αν άφησες ποτέ σου ένα σημάδι στα αφύλαχτά σου για να τα ξεχωρίσω. Κι αν δε μου πεις, εγώ πάλι θα μείνω να φυλάω. Δεν έχω τι άλλο να κάνω. Σ’ αυτό τον κόσμο κάποιοι φυλάνε, κάποιοι κρύβονται και κάποιοι κυνηγούν. Δεν έχω φαντασία στις κρυψώνες κι επουδενί δε θα’ θελα να κυνηγώ. Να τα φυλάω όμως μπορώ. Και δε θα τ’ ανεβαίνω τα σκαλιά μου πέντε πέντε της αρίθμησης, μα ένα ένα. Να έχεις χρόνο να κρυφτείς, να έχω χρόνο να κρυφτώ. Εδώ, με το κεφάλι μου σκυφτό, σ’ έναν κορμό ενός δέντρου. Και να μη δω πού κρύφτηκες, ας μην το ξέρω. Ίσως σε κάποια αδύναμη στιγμή σε μαρτυρήσω.

Παλιότερα κρυβόμουν πίσω από καναπέδες, κάτω από τραπέζια κι αυτοκίνητα, μέσα σε θάμνους και ντουλάπες και περίμενα να με βρουν. Η αγωνία να με ανακαλύψουν ήταν πάντα μεγαλύτερη απ’ το να μη μ’ ανακαλύψουν. Κρυβόσουν κι εσύ, μόνο και μόνο για να σε βρουν. Να τρέξεις στη βάση, να πεις το φτου και βγαίνω και πάλι να κρυφτείς. Τώρα πώς γίνεται τα πράγματα να αντιστράφηκαν έτσι; Να τρέμεις να βρεθείς, να εύχεσαι η κρυψώνα σου να μη χωρά σ’ ανθρώπου νου. Ή του ανθρώπου ο νους ιδέα να μην έχει ότι κρύφτηκες. Μια γυναίκα στο Ρέθυμνο έπεσε μέσα σε πηγάδι, λίγες μέρες πριν. Δεν ήταν κέρμα το σώμα της  που πέφτει στο νερό, δεν ήταν πηγάδι η ζωή της που δίψαγε να γεμίσει, ήταν κέρμα και ευχή η ίδια. Ευχή να κρυφτεί, που δεν εκπληρώθηκε. Κάθε που ακούω για αυτοκτονίες, σκέφτομαι ανθρώπους που θέλουν να κρυφτούν κι ανθρώπους που τα φυλάνε. Κοιτάζω γύρω μου και δε βλέπω δέντρα και γυρτά σώματα να μετρούν μέχρι το εκατό. Σε πόσα σπίτια να ριζώνουν δέντρα σκέφτομαι , σε πόσα σπίτια οι άνθρωποι  τα φυλούν, μέχρι να μην έχουν πια τι άλλο να φυλάξουν. Οι απορίες μου είναι κι αυτές αφύλακτες.

Αφύλακτα είναι και τα όνειρα μας. Κυκλοφορούν ανάμεσα σε βρώμικους δρόμους και κούφιες υποσχέσεις. Καμιά φορά τα όνειρά μου πέφτουν από τις τσέπες μου και δεν προφταίνω να τα μαζέψω, κάποιο χέρι ασύδοτο και δημοκρατικό θα τα πυροβολήσει, μόνο και μόνο για να νιώσει χαρούμενο που έχει την επιλογή. Θα με ταΐσει φράουλες για να μην αντιδράσω, θα μου ζητήσει τη σιωπή μου ή θα με ειρωνευτεί, θα μου θυμίσει πόσα όνειρα σκοτώνονται μέρα τη μέρα και ρέστα θα μου ζητήσει γιατί σε άλλους φόνους δεν έχω αντιδράσει. Δε θα ξέρω τι να του απαντήσω, θα είμαι πάντα αδέξιος συνομιλητής μπροστά στου κόσμου τη μνησικακία, που θα συγκρίνει τους θανάτους λες και μιλά για οικόπεδα, για χρέη σε χαρτιά ή σε εμπόρους. Σκέφτομαι πως η μεγαλύτερη νίκη των δικτατόρων του τότε, είναι η δημοκρατία του σήμερα. Που μας έκανε να πιστέψουμε πως μπορούμε να τα έχουμε όλα, με κάθε τρόπο, με κάθε μέτρο. Και που κανείς δε θα μας εμποδίσει. Γιατί κι αυτός κάποιου άλλου όνειρα έχει σκοτώσει και κάποιες άλλες φράουλες θα έβαψε με αίμα. Ίσως τελικά όλοι έχουμε φάει πολλή φράουλα για να αντιδράσουμε. Κι αυτή η συνενοχή μας είναι το κρυφτό που όλοι παίζουμε.
Υπάρχουν κι αυτοί που δεν κρύφτηκαν ποτέ και δεν το θέλουν. Που μπορούν να χαίρονται με τα θύματα της Βοστώνης, που μπορούν δυνατά να λένε ‘’καλά να πάθουν’’, μόνο και μόνο λόγω εθνικότητας, λόγω φρονημάτων, λόγω πολιτικής του κράτους που ανήκουν. Αν σε χαρακτηρίζει το κράτος που ανήκεις, από τύχη, ατυχία ή επιλογή, τρέμω τους ανθρώπους που θα με κρίνουν για το κράτος που ανήκω εγώ. Τρέμω στην ιδέα της κριτικής γενικότερα. Που έτσι όπως όλοι πια κρίνουμε και κρινόμαστε βάναυσα, δίχως επιχειρήματα, δίχως διάθεση διαλόγου, η κριτική κι αυτή έχασε την αξία της, έγινε φαρμάκι που εξαπολύουμε προς κάθε κατεύθυνση. Είναι δημοκρατία , είναι λογική, είναι αφύλαχτα τα λόγια και οι προθέσεις μας. Κι όποιος διαφωνεί, μπορεί να πέσει να πνιγεί. Μπορεί να βρει πηγάδι, θάλασσα ή ποταμό. Να κολυμπήσει με χέρια δεμένα, να πιστέψει σε σωσίβια τρύπια ή σε βάρκες δίχως κουπιά. Τις μέρες που γεμίζω απογοήτευση θα έπρεπε το ίδιο το πληκτρολόγιο να μου απαγορεύει να γράφω. Θα έπρεπε να με άφηνε να κρυφτώ στις σκέψεις που δεν έχουν αρχή και τέλος, είναι ουροβόρα πλάσματα που τρώνε η μία την άλλη.

Στο τέλος μένουν πάντα τα πιο δυνατά σαγόνια, που μασούν, που χωνεύουν, που καταπίνουν και ξεχνούν τι έφαγαν. Που μετρούν τη ζωή σε κέρματα και όχι σε βλέμματα, που ξεχωρίζουν τους ανθρώπους με χρώματα και όχι με ονόματα, που τολμούν να ξοδεύουν οράματα και όχι κλάματα. Έτσι που στέκομαι με μάτια κλειστά, γυρτός στον κορμό του δέντρου, διστάζω να πάψω το μέτρημα. Φυλάω κι έχω φτάσει το ένα εκατομμύριο. Κάποιοι γύρω μου έχουν προλάβει να κρυφτούν και ξέχασαν ότι μετράω. Κι εγώ ξέχασα ότι έχουν κρυφτεί. Κατά βάθος τους ζηλεύω. Φυλάω τις πόρτες τις κλειστές, που μέσα κρύβουν άλλα δέντρα κι άλλους ανθρώπους που τα φυλούν. Ο καθένας φυλά τα δικά του όνειρα, μην τύχει μια ελευθερία του ενός να τα σκοτώσει. Κι έτσι και γίνει το κακό, βάφει πορφύρα ο τόπος ανεξίτηλη.

αυτούσιο το κείμενο,όπως δημοσιεύτηκε στις 21 Απριλίου στην περιοδική έκδοση στοχασμού http://www.intellectum.org . Πρόκειται για το δέκατο τρίτο μιας σειράς άρθρων στη στήλη μου ''Θερμοκρασία Δωματίου''  που με αγάπη φιλοξενείται στον πολύ αξιόλογο διαδικτυακό αυτό τόπο.

Κυριακή, 2 Ιουνίου 2013

υποβρύχιο

κάθε τέτοια εποχή ξυπνά μέσα μου μία βανίλια υποβρύχιο,
έρχεται πρώτα σα μυρωδιά,
μετά σα γεύση και τέλος σα προσδοκία.
αυτή η βανίλια είναι πάντα λευκή, 
όχι μ' αρώματα, ξηρούς καρπούς και άλλες γεύσεις.
κάνει πάντα τις ίδιες βουτιές - 
από το χέρι μου καταλήγει στο ποτήρι κι ύστερα στο στόμα μου μέσα
κι όσο η βανίλια αλλοιώνει τη συνοχή της και γίνεται κομμάτι μου
σκέφτομαι αυτά που αλλοίωσε ο χειμώνας 
ή που πρέπει να κάνω εγώ να αλλοιωθούν.
χειμώνας βαρύς, υποχρεώσεις, ευθύνες και ξοδεμένες μέρες 
πάνω σε τετράδια, πλήκτρα και τραπέζια εργασίας.
τώρα, μονάχα ήλιος και στόμα ανοικτό να τον χορτάσεις.
είμαι κουτάλι και βανίλια
έτοιμος να βουτήξω στο ποτήρι.
και μετά, θα αλλοιωθώ. 

*και πολυμήχανος γυρίζω στην Ιθάκη μου, τις μουσικές μου, τα διαβάσματα, το μπλογκ που παραμέλησα κι εμένα. βουτιά.