Σάββατο, 28 Ιουνίου 2014

διαφανεύω

ξυπνάμε και κοιμόμαστε
ξυπνάμε και θυμόμαστε
βάλε μου καφέ -  έχει στο ψυγείο φαγητό περισσέψει
έχει στην καρδιά μου αγάπη σωθεί 
θα σου βάλω λίγο παραπάνω, έχεις αδυνατίσει
να μου βάλεις λίγο παραπάνω, φρόντισέ με.
θα είμαι αυτό που έχεις ανάγκη
θα είσαι αυτό που έχω κατά νου.
έτσι πηγαίνουν οι ζωές μας, 
αλληλοβαστάζοντας η μία την άλλη.
στις ανηφόρες μπροστά βγάζουμε τα γυαλιά μας
κοιτάμε τον ήλιο και του ζητάμε να μας γεράσει
να μας σπάσει το δέρμα 
να μας ξεθωριάσει
έτσι μπορούμε να βλέπουμε καλύτερα
ο ένας μέσα στον άλλον
διάφανοι
και να πιστέψουμε ίσως ο ένας στον άλλο
ένα βράδυ σαν κι αυτό 
που θα το θυμόμαστε μεγαλώνοντας κι άλλο
μπροστά στον ήλιο
''θυμάσαι τότε που σε πίστεψα;''
''θυμάσαι τότε που με πίστεψες;''
θα θυμόμαστε
και μπροστά μας μονάχα ένας γκρεμός από χρόνια.

ακόμα κι αν αργήσει το ξημέρωμα
άσε με να σε αγαπώ όπως ξέρω.
διαφανεύω κι εγώ, αλλά δε με πειράζει.
εσύ με βλέπεις. 


Τρίτη, 17 Ιουνίου 2014

μπρούμητα

Οι μέρες ζεσταίνουν
κι αρχίζουν τα παράθυρα να ξενοκοιμούνται
πότε στου ενός γείτονα το μπαλκόνι
και πότε στου άλλου.
Δεν τους μιλώ
ξέρω πως στο τέλος θα γυρίσουν σε μένα.
Πλαγιάζω με τα χρόνια μπρούμητα
να μην ξεσκεπάζονται τη νύχτα
να μην κοιτάζουν ταβάνι
να μην τρίβουν τις ανάσες τους στα σεντόνια
κι αυτά δε λένε να καταλάβουν
πως κάνω τα πάντα για να μην το σκάσουν
κι όχι για να τα σκάσω.
Το ταβάνι θα έχει πάντα το ίδιο χρώμα
μόνο που τα καλοκαίρια θα κάνει ρυτίδες
και μία προς μία θα τις ρίχνει πάνω μου.
Δεν είναι που φοβάμαι μη γεράσω,
όμως μου φτάνουν οι δικές μου.
Την ησυχία θα σπάνε τα φύλλα του ανεμιστήρα,
ανακατεύουν τον αέρα
κι ό,τι βγει μου σερβίρουν
ακόμα κι όταν νηστικός θέλω να μείνω.

Οι μέρες ζεσταίνουν
και οι γείτονες μοιράζονται τις εσοχές τους
πότε στη ζωή του ενός
και πότε στου άλλου.
Δεν τους μιλώ,
ξέρω πως θέλουν να τρυπώσουν στη δική μου.
Ξαπλώνω, καμπουριάζω, διπλώνομαι, γραπώνομαι
καμία να μην αφήσω εσοχή εκτεθιμένη.
Θα γίνω ταβάνι ξεφλουδισμένο,
ανεμιστήρας νηστικός και καλοκαίρι της ρουτίνας
και μόνο εξοχές θα δώσω σ' όποιον μάχεται.

Αν με ρωτήσουν τα χρόνια
γιατί μπρούμητα τα βάζω για ύπνο
θα τους μιλήσω για τα παραθυρόφυλλα που ξενοκοιτάζουν.

Δευτέρα, 9 Ιουνίου 2014

Παράθυρο

Ένα παράθυρο ανοικτό
Κι απέναντι του ένα δεύτερο
Απ’ το πρωί
Από βραδύς
Από δεν ξέρει κανείς πότε
Συνωμοτούν
Και ανταλλάσουν μυστικά
Ματιές κι αινίγματα
Μιλούν για όταν σφαλιστούν
Όταν πεθάνουν οι ιδιοκτήτες τους
Όταν τους αποχωριστούν μια δια παντός
Και κάνουν τότε τη ζωή τους
Δίχως τα χέρια που τα πασπατεύουν
Δίχως πνοές που τα θολώνουν
Τριξίματα,
Πλυσίματα,
Σπασίματα.
Τότε θα είναι ελεύθερα
Να δείχνουν ό,τι θέλουν
Όποτε θέλουν
Και σε όποιον εκείνα θέλουν.
Σκέψου να τα προλάβει ο παλιατζής
Πόσα παράθυρα θα συναντήσουν να έχουν σπάσει τα δεσμά τους.