Κυριακή, 4 Οκτωβρίου 2015

Χόβολη

Σου φτιάχνω καφέ ελληνικό
 - μου αρέσει το λευκό και το γαλάζιο • μια γουλιά για το καθένα - 
Τι θες ; 
Να γίνω η γουλιά σου.
 Τι μπορείς ; 
Να γίνεις κι εσύ.
Σερβίρω σε πιατάκι λευκό - 
κάποτε έκανα συλλογή από πιατάκια χρησιμοποιημένα . 
Τα έβαζα μπροστά μου και τους έδινα ονόματα - 
είχα την Κατερίνα , τον Στέλιο, τον Αντώνη , τη Μάρα 
τις πορσελάνες και τους πηλούς μου - ,  
 σκεφτόμουν τα δάκτυλα που τα έπιαναν , 
τα χείλη που έσκυβαν από πάνω τους . 
Έκανα συλλογή από δάκτυλά που δεν άγγιξα ποτέ- 
σε μια ώρα ανάγκης ίσως μ' αγγίξουν αυτά .
Σου φτιάχνω καφέ , 
όχι για να μπεις κι εσύ στη συλλογή μου , 
αλλά για να γίνω εγώ το πιατάκι στη δική σου 
η πορσελάνη σου
υλικό ακριβό
να έχεις κάπου δάκτυλα ν' ακουμπάς κι ανάσες να γέρνεις .
Εγώ αντιθέτως νομίζω πως γερνώ
δεν είμαι σίγουρος αν μπαγιατεύουν οι αγάπες ,
αν χάνουν τη μυρωδιά τους ή γίνονται όλα ένας ντελβές.
Κάνω συλλογή από λέξεις
με την ίδια συχνότητα που μάζευα πιατάκια.
Δε τους δίνω ονόματα , παίρνω τα δικά τους .
Είμαι ο καφές , η γουλιά και ο ντελβές του.
Εσύ δεν ξέρω τι είσαι.
Οι μυρωδιές του καφέ μας εξημερώνουν . 
Δεν κάνω συλλογές
είμ' ένα μέρος τους πια•
τα δάκτυλα μαυρίζουν στα ντουλάπια . 
Η δική σου μυρωδιά δε μαυρίζει
 ποτέ.
Τη βάζω στη χόβολη
στη χόβολη
και με ζεσταίνει .
Το σπίτι όλο έχει τη μυρωδιά του καφέ σου .
Εγώ εξαρτιέμαι από τους κόκκους καφεΐνης
την ίδια στιγμή που οι κόκκοι γίνονται ανάμνηση .
Σου φτιάχνω καφέ ελληνικό
γιατί δεν έχω άλλη συνταγή να με ζεσταίνει τόσο.