Τετάρτη 18 Αυγούστου 2010

Αλμυρός ενδοιασμός

Όταν μιλάω για αμφιβολίες , 
δεν έχω στο μυαλό μου τους δικούς μου ενδοιασμούς 
αλλά της θάλασσας.
Γιατί στα βάθη της το κρύβει το μεγαλύτερο αλλά
αυτό που λέμε όλοι αλάτι.
Αυτό που αρμύρα σου θυμίζει
και από τα χείλη δεν χορταίνεις να το γεύεσαι.
Αυτό που λένε πως τις κλείνει τις πληγές ή τις πονάει περισσότερο.

Έχεις αλήθεια τόση θάλασσα στο σώμα σου 
και τη γυρεύεις στο απέραντο το κύμα.
Αλάτι κλαις όταν γελάς κι όταν με κύματα παλεύει η ζωή σου,
αλάτι λένε τις κινήσεις σου που νοστιμεύει κάθε σχέση.
Όταν θελήσεις να ξεχάσεις, νερό κι αλάτι ... όπως θα έκανες για κάθε δόντι που απ'τη σάρκα σου ξερίζωνες.
Αλλά αυτό το τι που κρύβει το αλάτι είναι στον τρόπο που γυρεύεις απαντήσεις. 

(Εσύ δεν απαιτείς αλλά υπομένεις, παρακαλάς να έρθει κάποτε το κύμα να σε σώσει.)
Το καλοκαίρι το μετράς και με το αλάτι όταν στεγνώνει 
στα δύο σου βλέφαρα καθώς το τρίβεις 
και τα ίχνη του στα δάκτυλά σου μένουν. 
Δεν είναι για όλους ένα άλυτο μυστήριο. 
Στη θάλασσα σαν να αποκτά ένα μοιραίο χαρακτήρα , 
όπως το αίμα των ανθρώπων. Και την ξεχωρίζουμε κι αυτή σε υδάτινη μάζα ιδιαίτερα αλμυρή , όπως θα λέγαμε για κάποιον ότι το αίμα του βράζει. 
Αναζητάς λοιπόν το αίμα ή το αλάτι ξεχυλίζει από τη σκέψη σου;
Ενδοιασμός και πάλι να απαντήσεις. 
Τόσοι και τόσοι χάσαν τη ζωή τους κολυμπώντας 
που ίσως το αίμα τους να έφτασε στο πιάτο σου, στα μάτια σου και στις πληγές σου. Αλλά...τι σημασία έχει να το ξεχωρίζεις. 
Αίμα είναι τόσο αλμυρό, όσο η γλώσσα στο φιλί πάνω στο κύμα. 


Σάββατο 14 Αυγούστου 2010

Πανηγύρι μου κοιμάσαι


Τράβαγα θυμάμαι τον ποδόγυρο του φουστανιού της μητέρας μου όποτε βρισκόμαστε στα πανηγύρια της Παναγιάς στο νησί. Είχε το ενδιαφέρον μου σκορπίσει προτού καλά καλά ανάψει το γλέντι και στα μάτια μου κάθε γιορτή έμοιαζε ίδια. Τι κι αν βρισκόμαστε στην Νικαριά , τι κι αν γυρίζαμε από χωριό σε χωριό ακολουθώντας τις μουσικές και τα γέλια, όλα μου φαίνονταν ανούσια και φωνακλάδικα.
Ήμουν παιδί που δεν καταλάβαινε τη μέρα, όπως και την ανάγκη του ανθρώπου να το χορέψει το καλό και το κακό του
Και με έπιανε το παράπονο, η γκρίνια που δεν είμαι στο κρεβάτι μου μέχρι που τελικά με έπαιρνε ο ύπνος ξαπλωμένος στις ξύλινες πεζούλες , με το κεφάλι μου να ακουμπά στα γόνατα της μάνας μου.
Έκτοτε μεγάλωσα αρκετά και δεν το έφερε η στιγμή , ούτε που το προσπάθησα να επιστρέψω στο νησί αυτή τη μέρα. Έμοιαζε τόσο μακρινό αυτό το αναμνησιακό μου, που η κρυψώνα του άργησε να έρθει στο φως. Έρχεται όμως και με βρίσκει τώρα που νοιώθω κι εγώ το βάρος του χορού στα πόδια μου να θέλει να εκφραστεί. 

Μιλάμε όλοι για την κοίμηση ή για το τέλος των θερινών μας διακοπών; Είναι κι αυτή η μέρα συνυφασμένη στο μυαλό μας με τη δική μας τη διασκέδαση κι έτσι γυμνή κι αποκομμένη από τη θρησκευτική της την ταυτότητα. Όλοι τη λέμε σαν αρχή του τέλους, σαν προσμονή για μία ύστατη χαρά πριν ξεκινήσουν οι ψιχάλες - ασχέτως που κι αυτές αργούν τόσο, όσο αρκεί να τις ξεχάσουμε .
Βρίσκουμε όμως όπου σταθούμε και βρεθούμε εκκλησάκια και γελάμε, με την ανάγκη του ανθρώπου να πιστέψει ή την απληστία του ιερέα να το χτίσει τόσο κοντά με το διπλανό αυτό το οίκημα. Όσα όμως κι αν μαζευτούν και πάλι δε θα έφταναν ένα για τον καθένα μας
Έχουν κι αυτά τις διαφορές τους, αλλού θα δεις τα μεγαλόπρεπα , με τους χυδαίους πολυελαίους κι αλλού τα τόσο δα πλινθόκτιστα που δε σου φτάνει η αγκαλιά να τα κρατήσεις κι ας το θέλεις. Δεν έχει σημασία ο τόπος σου λένε κι όμως μέσα τους τα προτιμάνε τα πολυτελή για δεξιώσεις και βαπτίσεις, για γάμους και ακολουθίες, εκεί που λάμπουν τα κεράκια περισσότερο κι από τα φλας του φωτογράφου παίρνουν λάμψη. Εκεί που Του Θεού το βλέμμα θεωρούν θα θαμπωθεί κι Εκείνο.

Έλα όμως που μόνο εμείς κατέχουμε μερίδιο στο θάμπωμα και υποτελείς τελούμε όλα τα τάχα μου καθήκοντα. Κι αυτή τη μέρα την ας πούμε θλιβερή την κάνουμε με βήματα στις άκρες των ποδιών παραπατώντας.
Παραπατώ κι εγώ ανάμεσα στο πώς να το γιορτάσω αυτό το όνομα που έχω ( και που μου θυμίζει ότι κάποτε το διάλεξα από μόνος μου κι αποφάσισα να λέω εγώ σε κάθε ένα μου συμμαθητή να με φωνάζει Μάριο και όχι Γιάννη, όπως κι αυτό γραμμένο στα κατάστιχα και στην ταυτότητα είναι.) και στο να ψάξω ένα τέτοιο εκκλησάκι να κοιτάξω λίγο το λευκό του ή την πέτρα του, να θυμηθώ ότι αυτή η πέτρα περισσότερο από εμένα θα επιζήσει και η καμπάνα όσο κι αν θέλω να φωνάξω, πάντα πιο δυνατά από τη φωνή μου θα ακούγεται. 

Πιστός μέσα στην απιστία μου και μιας ημέρας τόσο δέσμιος δηλώνω, με την πατροπαράδοτη συνάντηση στο πατρικό και γύρω από το τραπέζι να τσουγκρίζουμε ποτήρια - κι αυτά να κάνουν έναν ήχο του γυαλιού που χαίρεται να το ακουμπάς στα χείλη . Δεν μου αρκεί να σκέφτομαι το πανηγύρι στο χωριό,ούτε στο σπίτι όλες αυτές τις συναντήσεις, Θα ήθελα κάπου μέσα μου να βρω ένα δικό μου άσπρο εκκλησάκι να προσκυνήσω όχι το όνομα , ούτε το μέλλον μου. Να βρω το κάτι ταπεινό που να πιστέψω πως ποτέ δε θα χαθεί. Κι αυτό το ταπεινό να του φορέσω τα καλά του - απ'τα καλά που δε φοβάσαι να σου λερωθούν όταν θα παίξεις με τα χώματα. Κι ύστερα μαζί να πάμε στο πανηγύρι του χωριού, εκεί που σε μεθά μόνο και μόνο το ότι στέκεσαι κάτω από πλάτανους τόσο γέρικους , όσο κρατούν όλες του κόσμου σου οι γενιές. Έχει κι ο πλάτανος καμπάνα που σαν σήμερα κοιμάται. 

Πέμπτη 12 Αυγούστου 2010

Αύγουστος

Αυτός ο μήνας ο πολύπαθος 
έχει του κόσμου όλη την εύνοια καταπιεί.
Είναι νησί να κολυμπήσεις μες στο στόμα του
κι από τα δόντια του άφοβα να κρατηθείς.
Είναι νερό να βαπτιστείς στην κολυμβήθρα του 
κι είναι σταυρός να υψώσεις και να αναστηθείς.
Είναι κρεβάτι από ψάθα καμωμένο 
κι εκεί στεγνώνει η αμμουδιά που σκλάβωσες στο σώμα σου.
Είναι ένας ήλιος πυρωμένος σαν τον πόθο σου
κι ανταριασμένος σαν στιγμή του οργασμού σου.
Όλα θα είναι προφανώς για να σε νοιάζει τόσο 
για να το δεις το βλέμμα του καυτό
να υποφέρεις και να θες να σου το κόψει αυτό το νήμα της ζωής 
κάπου εκεί που φλέγεσαι με τους βαθμούς που σου πυρώνουν τα αισθήματα.
Είναι αυγή και μούστος που μεθάει τη λογική σου 
κι αυτή η αυγή με μούστο είναι γλυκό που μοιάζουν με το όνομά του.
Πιες τον λοιπόν και άνοιξε τα μάτια σου.


(σπάνια και εξαιρετική η εκτέλεση - αν είχα θράσος θα ήθελα τα λόγια να τα πρόφερα )

Τετάρτη 11 Αυγούστου 2010

τα μπαλκόνια του '83 ( Ι )

Όταν η ζέστη πλακώνει τόσο την ανάσα μας
θα ' θελα πάλι να κοιμόμουν στο μπαλκόνι όπως παιδί
που οι τηλεοράσεις συγχρόνιζαν τις φωνές τους 
κι επικοινωνούσαν από τα κλουβιά τα πολυώροφα. 
Μα δεν το κάνουμε τώρα όπως και τότε, 
θέλουμε τεχνητή δροσιά και ξηρό λαιμό.
Τι να σου κάνει η τεχνολογία, 
αν στον ιδρώτα δεν αγκαλιάσεις το σώμα σου 
πώς θα του μάθεις του εαυτού σου το δικό σου άρωμα
να έχει να μυρίζεται το λαγωνικό όταν του λείπεις.
Η ζωή θέλει τη ζέστη και το κρύο να τα βιώνεις έντονα
και τα καλοκαίρια να τα ζείτε με τον ήλιο, τις πλάκες να βράζουν πάνω από το κεφάλι μας 
και τον ανεμιστήρα να φυσάει ξεψυχισμένα 
μ'αυτά τα χρωματιστά του πέταλα.
Θυμάμαι να έχω μόνο ένα σεντόνι στο σώμα τυλιγμένο 
και να ξαπλώνω στου διαμερίσματος τα φτερά και να κοιτάζω τα άστρα λίγο προτού αποκοιμηθώ.
Αυτές οι αναμνήσεις με γυρίζουν πάντα πίσω και από εκεί ρωτάω τη μητέρα μου πώς και έχω δύο ονόματα, πώς γίνεται να μη θυμάμαι τι έγινε τότε πίσω που η γέννηση ήταν κάτι ομιχλώδες και να θυμάμαι μόνο το '83 σαν χρονολογία.
Εκείνη να παλεύει να θυμηθεί και όλα αυτά να γίνονται τόσο αβίαστα , όσο η υγρασία κολλάει πάνω μας τα φιλιά της.
(Η 83η λοιπόν ανάρτησή μου γίνεται εν μέσω καύσωνα, αλλά κι αν γινόταν διαφορετικά πάλι με το σεντόνι και μόνο θα με έβρισκε το ξημέρωμα κάτω από την τέντα )

Τρίτη 10 Αυγούστου 2010

Αφή

Αίσθηση γνώριμη να ακουμπώ τα δάκτυλά μου στις λέξεις 
κι εκείνες να λειαίνουν , να στρογγυλεύουν ή να γίνονται πιο αιχμηρές. 
Θα μπορούσα να σφάξω πολλά μου όνειρα απλώς και μόνο αν τα έκανα σε λέξεις. 
Είναι όμως η λαχτάρα μου τέτοια που σωπαίνω. 
Και περιμένω. Άλλους τρόπους να ειπωθούν.
Ή έστω να τα αγγίξω λίγο προτού αδειάσουν τον αέρα τους.
Έρμαιος των αισθήσεων κι ανήμπορος να τιθασεύσω τις ανάγκες τους, 
φωνάζω την αφή πρωτίστως, αφήσου λέω στον εαυτό μου ή κι αφέσου,
προστακτική που παραλύει τις αντιστάσεις .
Έχω ''αφές'' που με γυρίζουν πίσω , 
τις πέτρες να παίρνουν ώθηση και να βουτάνε στο νερό από τα χέρια μου, 
το γρέζι από τους τοίχους τους λευκούς, τους κυκλαδίτικους, 
το αλάτι που τρίζει στα βλέφαρα και τα κάνει να φαίνονται σταχτιά σχεδόν στο φως. '
Εχω αφές που τις φυλάκισα την ώρα που τις έζησα ( ο τρελός να φωτογραφίζω ασταμάτητα κι ύστερα να αναλογίζομαι τι έζησα ξανά) κι άλλες που δεν πρόλαβα να πιάσω. 
Κι αναπνοές, όπως η αφή σου τη φιλτράρεις από το στόμα ή τα ρουθούνια και ακουμπά το έξω σου
ή το μέσα σου. Μπέρδεμα πάντα να ξεχωρίσω αν αναπνέω ορατά ή στο μυαλό μου.

Λες αφέσου και πάει το μυαλό μου να παραδοθεί κι ας σκέφτεται ταυτόχρονα την άφεση, τη συγχώρεση, γιατί όταν αφήνεσαι τα λάθη δε μετράνε . Για άφεση αμαρτιών μιλάμε , άλλα πόσο δειλά τις ακουμπάμε μη λερωθούμε. 
Κι άλλοι βουτάμε όλα τα δάκτυλα στο χώμα, στο νερό, στο κορμί και δεν υπάρχουν πια λόγοι να τη ζητήσουμε την άφεση, δεν έχει νόημα. 


Οι πρόσφατες μου θέλουν το χρόνο το δικό τους να συνοψίζονται. Τόσες πολλές οι στιγμές που αφουγκράζεσαι κι απορείς τι περιμένεις άλλο να δεις. 

Όλες έγιναν λέξεις κι αν θα μπορούσα το κεφάλι μου να ακουμπήσω πάνω τους, όπως εκείνο το βράδυ στην Άνδρο, θα το έκανα ευχόμενος να γινόταν το ίδιο διαπερατό κι όλες μέσα μου να βουλιάξουν. Ειλικρινά θα ήμουν μια λέξη ολάκερος κι αυτή τη λέξη θα την έπιανα στο χέρι και θα τη φιλούσα. Ίσως να ήμουν ένα ευχαριστώ, ένα μπορώ, ένα αγαπώ, ένα σκέφτομαι, σίγουρα νομίζω θα έφτιαχνα ένα ρήμα. Γιατί τα ρήματα μου φέρνουν στο μυαλό το χρόνο και πάντα στη ζωή μου ο χρόνος ήταν οδηγός μου. 
Όσες από τις λέξεις φτάσανε στα χέρια μου γράφουν ακούσια καλώς ήρθα, έχω πολλά να διηγηθώ και να πλαστούνε κι άλλα. Αφήνομαι.