Τρίτη 22 Νοεμβρίου 2011

μικρά αντίο ( Ι )

θα δέσω τις πράξεις μου απ'τα μαλλιά 
και θα τις σύρω από δωμάτιο σε δωμάτιο
θα καταφέρω έτσι ένα γερό σφουγγάρισμα στο σπίτι 
κι ένα καλό τους ταρακούνημα - 
ούτως ή άλλως ένα πλύσιμο το θέλουν 
πριν αποχωριστώ αυτούς τους τοίχους 


Παρασκευή 4 Νοεμβρίου 2011

Σπηλιές *

ΣιωΠηλιά

Ακροβατώντας οι σιωπές μας γίνονται μήνας,
μέρες θολές που συναντάμε χείλη κλειστά,
μάτια που αδιάφορα κοιτούν τους λεπτοδείκτες...
Παίρνουν γιγάντια μορφή μιας νέας πείνας
που δε χορταίνουν άλλο οι άνθρωποι,
που όλοι στο ανίκανο και στο ανικανοποίητο στέκουν.

Τα δάκρυα πάψαν να γεννιούνται
όταν κατόρθωσε ο νους να τη στεγνώσει την πηγή
και να γελάσει στης εξέλιξης τη φόρα.
Πώς κατορθώσαμε μπροστά να βρούμε πάλι τις σπηλιές;
Με μουγκρητά αντί για λέξεις φτάσαμε πλέον να μιλάμε
κι αντί για αγάπη να σκαλίζουμε τους τοίχους.

Κι εκεί οι μήνες σαν νυχιές στης γης την πλάτη
που ανταλλάσσουμε βουβά αυτούς τους στίχους.


* το παραπάνω όπως τυπώθηκε/δημοσιεύτηκε στο Ποιητικό Ημερολόγιο των εκδόσεων Ιωλκός για την 4η Νοεμβρίου 2011

Δευτέρα 31 Οκτωβρίου 2011

Πατριδούλες

Ποτέ δεν ήταν το παρόν μας τόσο αιχμηρό 
για τη δική μου τη γενιά ένα παρόν είναι μια λέξη που δεν πιάνεται
είναι λεπίδα 
εκεί που κάθε ελπίδα αναγραμματίστηκε,
εκσυγχρονισμό τον λένε αυτό  αλλά προς παρελθόν κοιτώντας
όπως να έπιασε ευχή και σαν κατάρα μοιάζει αυτό που λέγαν πάντα οι παλιότεροι ''δε ζήσατε εσείς σαν τις δικές μας κακουχίες''.
Χρειάζεται χέρια πιο σκληρά να έχεις τώρα, πιο δυνατά, που να μη λιώνουν στο παρόν
αλλά να λιώνουν την πέτρα πριν την πετάξουν κατά μέτωπον. 
Για να αγγίξεις ένα μέλλον δε θες χέρια, μονάχα φαντασία 
είναι τόσο άπιαστο όσο ποτέ κι αυτό.
Είναι τα πάντα γύρω μου ανάμεικτες εικόνες,
κι όχι δε ζω στον κόσμο μου, κανένα σύννεφο εφικτό να με κρατήσει από το βάρος 
τόσα χαμόγελα και μάτια θλιμμένα , κρυμμένα στο φόβο που μας κέρασαν με ζόρι
ή κι αγριεμένα που θέλουν απαντήσεις
εδώ , αλλού, αλλά τις θέλουν.
Ένα πρωινό θα ξυπνήσουμε και θα έχουν αδειάσει οι παρέες μας ,
θα'χουν αδειάσει τα σπίτια μας, 
θα έχουν αδειάσει οι ματιές μας 
από ανθρώπους που αναζητούν και δε βρίσκουν
φεύγουν γιατί δεν είναι κάτι ικανό να τους κρατήσει
πιο σωστά, τους διώχνει η πατρίδα
η πατριδούλα του καθένα που δεν αφορά άλλον γύρω του.
Η δική μου είναι παιδιά που συναντώ κάθε μου μέρα και που σε τίποτα δε φταίνε, 
είναι οι ώρες της δουλειάς που δεν πληρώνονται σωστά κατά τη γνώμη μου,
αλλά τις αγαπώ γιατί η δουλειά μου με αγαπά όσο κι εγώ,
είναι η θάλασσα κοντά μου στο διαμέρισμα 
κι ο ήλιος τα χαράματα να με ξυπνά,
ψευδαίσθηση ότι δεν έχω όρια,
είναι οι φίλοι μου που χρόνο κλέβουμε για ένα καφέ,
να μοιραστούμε τα έξοδα, τα σπασμένα και τα γέλια μας
είναι γονείς , είναι αδέρφια, είναι ταξίδια, είναι χρέη, είναι παράπονα,
είναι σκουπίδια μέχρι τον πρώτο όροφο να φτάνουν,
πορείες κι απεργίες,
μια αγανάκτηση
κι ένα παράπονο να ντρέπομαι να είμαι υπάλληλος δημόσιος
κι ας είναι ιδιωτικό αυτό που σπούδασα
κι ας είναι ιδιωτικό αυτό που μοιραζόμαστε στην τάξη.
Δεν έχει τέλος η λίστα του καθενός, 
δεν έχουν τέλος οι πατριδούλες μας.
Μια ερώτηση μπορώ μόνο να κάνω 


κι αν όλες οι μικρές μας πατριδούλες ενωθούν, 

θα φτιάξουν μια σωστή για μας τάχα πατρίδα; 




Κυριακή 30 Οκτωβρίου 2011

fake/book

Υπάρχουν άνθρωποι και άνθρωποι 
τους ξέρεις όλους 
ή τους φαντάζεσαι, τους έχεις υποθέσει ή κάπως αποφύγει,
γνωστοί μέσα στους τόσους τους γνωστούς για ένα ολόδικό τους ύφος
για το μπλαζέ τους ή για το δήθεν, 
για κάποιο δήθεν αρτιστίκ ή περισπούδαστο ,
για μια απλή κι ειλικρινή τους καλημέρα ή μια αγωνία στη ματιά τους να βαραίνει,
για το προσόν που είναι εδώ να σου πουλήσουν ή για τις ρίζες που αναπτύσσουν παρασιτώντας 
και ανταλλάσσοντας τα like τους σε μιαν οθόνη πάνω.
Υπάρχουν άνθρωποι πιο μόνοι κι από βράχια
είτε τραγούδια αναπαράγουν 
είτε με φράσεις στερεότυπες 
σου κάνουν πάσα μέσα στην τόση μονότονη ασχήμια 
ένα χρώμα 
που ξεβάφει.

Όμως : 

'' Δε φτάνει να εκθέτεις τον εαυτό σου σε ένα δίκτυο/
πρέπει το δίχτυ να αντέχει τόσα χέρια που το ψηλαφίζουν/
κι αν έχεις κάτι τόσο υπαρκτό να μοιραστείς/
κι αν είναι δα το φρόνημά σου τόσο υψηλό που να νομίζεις έχει αξία να το πεις εδώ/
να το θαυμάσουν/
να το κοιτάξουν/
να το επαινέσουν ή να το λοιδορήσουν/
να το δείξουν με το δάκτυλο και να σου πουν ένα ''πόσο υπέροχα τα λες''/
''πόσο σπουδαία''/
να νιώσεις ότι οι σταγόνες που ίδρωσες πάνω από τα πλήκτρα με τις ώρες/
με τις μέρες/ με τους μήνες/
τα έγχρωμα κι ασπρόμαυρα ενσταντανέ που επεξεργάστηκες με φίλτρα/
και γυρίζοντας τόπους και τόπους και τα έδειξες θέλοντας λίγο να σου πουν ''πόσο ωραία τα περνάς και πόσο ζάχαρη θε να 'ναι η ζωή σου/
να ψηλαφίσουν/να ψηλαφίσουν/να ψηλαφίσουν/
κι ύστερα πάλι να το αφήσουν ανεπηρέαστο το παρόν σου και το μέλλον σου/
και να γυρίσεις το κεφάλι 
να δεις αν έχεις άνθρωπο δίπλα να σε κοιτά ή στην οθόνη εξίσου κι αυτός εκθέτει/
και μέχρι όλα αυτά να αισθανθείς/
παίχτο και κάποιος που τη ζωή τη σπούδασε/
τα λάθη τα αρνήθηκε για αυτό και ξέρει φράσεις να σου πει διδακτικές/
ή περιπαικτικές/
κομπλεξικές 
ή τόσο μέσα του κτισμένες/
κι αν ό,τι γράφω είναι απλός ή σύνθετος μου παραλογισμός 
μην κάνεις like/επιδεικτικά ζήσε κάτι καλύτερο/
μα σε παρακαλώ/ζήσε κάτι έξω που να μην είναι εικονικό/
που να μην έχει κάτι ψηφιοποιημένο/
ας είναι κάτι με κουκούτσι κι ας λερώσεις/
ας είναι κάτι που πονά κι όχι τα δάκτυλά σου μόνο/
πόσο μονότονη φαντάζει εδώ μέσα η παρέα σας/ας είναι.''


*το κείμενο σε εισαγωγικά προέρχεται από το δικό μου ψηφιοποιημένο τοίχο
όπου σε μέρες κίβδηλες παραλογίζομαι.
Αφιερώνω λοιπόν στις δικές μου ώρες στα πλήκτρα και στους φίλους που όλα τα μοιράζονται 

Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2011

Το Αργοπορημένο

    Βρήκε την πόρτα του σπιτιού του ανοικτή. Δεν είχε προλάβει καλά καλά να συνέλθει από το απότομο ξύπνημά του και την είδε. Ανοικτή , μα όχι απαραβίαστη γιατί κανείς δε θέλησε εχθρός να την παραβιάσει. Την είδε από μέσα. Δεν σκέφτηκε τίποτα άλλο, παρά να την κλείσει. Και το έκανε πατώντας στις μύτες των ποδιών του ένα ένα τα βήματά του. Είχε μόλις χαράξει. 


    Μόνο όταν η πόρτα, στήριγμα πια στην πλάτη του, σφαλιστή βρέθηκε, έκλεισε τα μάτια του και μέτρησε μέχρι το δέκα. Από παιδί το έκανε αυτό, να κλείνει τα μάτια και να μετρά. Να μετρά όσο ένιωθε ότι μέσα του ο φόβος είναι μη μετρήσιμος , μέχρι οι κτύποι της καρδιάς του να επανέρχονταν στο επιτρεπτό όριο. Μετρούσε αρχικά μέχρι το οχτώ, καθώς μέχρι εκεί ήξερε τους αριθμούς με τη σειρά, ύστερα τους ανακάτευε , τους αναποδογύριζε, τους τίναζε από τις άκρες λες και πρόκειται για ρούχο και τους έλεγε πάλι αναγραμματισμένους ή ενωμένους σφιχτά μη μπορώντας να σκεφτεί νέους. Έλεγε αντί για το ''εννέα'' το ''νέα'' κι ύστερα ''δυτρία'' , ''πεντέσσερα'' κι αυτομάτως ένιωθε καλύτερα, ψάχνοντας μέσα στην πρωτοτυπία λύση για το φόβο του.


    Έτσι μέτρησε μέχρι το είκοσι όταν συνάντησε πρώτη φορά στο δρόμο ένα αδέσποτο σκυλί που τον κοιτούσε μέσα στα μάτια κι εκείνος έσφιξε με όση δύναμη μπορούσε της μητέρας του το χέρι, έτσι μέτρησε μέχρι το εκατόν δέκα πριν πάρει απόφαση να ζητήσει τον πρώτο του έρωτα σε ραντεβού, έτσι μέτρησε μέχρι το δέκα χιλιάδες μέχρι να πάρει στην αγκαλιά του το ένα και μοναδικό παιδί του και έτσι μέτρησε μέχρι το ένα εκατομμύριο όταν το βρήκαν νεκρό στα έντεκά  του χρόνια από τις ρόδες ενός αυτοκινήτου.
     
    Οι αφορμές για να ξεκινήσει το μέτρημα είχαν λιγοστέψει τα τελευταία χρόνια, δεν είχαν όμως εξαφανιστεί. Ζούσε μόνος του, μακρυά από όσους συγγενείς είχε - και δεν ήταν πολλοί - θέλοντας να κάνει μια νέα αρχή μετά το χαμό του παιδιού του και το διαζύγιό του. Ούτε με τους ένοικους της πολυκατοικίας είχε πάρε δώσε , τώρα όμως ακόμα κι αυτό του φαίνεται σαν λάθος. Αν είχε κάποιες , τυπικές έστω επαφές, ίσως μπορούσε κάποιος να τον βοηθήσει, ίσως κάποιος να είχε δει την πόρτα να ανοίγει, ίσως κάποιος είχε προλάβει ...


   Τώρα όμως δεν μπορούσε να μετρήσει ούτε έναν παραπάνω από το δέκα, οι αριθμοί προτού προλάβει να τους προφέρει έλιωναν στο στόμα τους δίνοντας τη θέση τους σε ήχους ακατανόητους , που ούτε ο ίδιος μπορούσε να εξηγήσει. Ακόμα και η σκέψη τους τον ανατρίχιαζε πια. Πίσω από τα βλέφαρά του που έπεσαν σαν κουρτίνες στα μάτια του δοκίμασε νοερά τους αριθμούς να κάνει εικόνα , όμως απέτυχε ακόμα και σ'αυτό. Αδυνατώντας όπως ήταν αγουροξυπνημένος να σκεφτεί καθαρά, πήγε μέχρι την κουζίνα και ξεκίνησε να φτιάχνει καφέ. Πολλές φορές στο παρελθόν είχε σκεφτεί ότι θα ερχόταν αυτή η μέρα, όμως δεν έλεγε να το πιστέψει, δεν ήταν ακόμα έτοιμος να δει. 'Ελεγε και ξανάλεγε στον εαυτό του ότι οι πιθανότητες είναι μικρές, ότι θα το προλάβαινε, ότι ίσως στεκόταν τυχερός και δε συνέβαινε ποτέ σε αυτόν. Όμως έκανε λάθος.


    Ήπιε τον καφέ του σε 5 γουλιές, από αμηχανία και ντύθηκε βιαστικά. Βγήκε στο δρόμο και είδε το πρώτο φως της ημέρας να υποδέχεται τους νυσταγμένους διαβάτες να παίρνουν το δρόμο για τη δουλειά τους. 'Ανθρωποι που πύκνωναν σιγά σιγά και κινούνταν όλο και με πιο γρήγορους ρυθμούς γύρω του. Αριστερά και δεξιά, άνθρωποι με χαμόγελα ανύπαρκτα ή σβησμένα και μόλις δυο τρεις απ'το σωρό με μια υποψία χαμόγελου. Δεν του έκανε πια καμιά εντύπωση,την ίδια εικόνα πρέπει κι εκείνος να παρουσιάζει.Δε θυμάται πότε ήταν εξάλλου που γέλασε τελευταία φορά. Όμως γιατί είχε την αίσθηση ότι δεν γινόταν αντιλητπός; 


   Βρήκε ένα σκιερό στενό να σταθεί λίγο και να παρατηρήσει καλύτερα το πλήθος. Πλησιάζοντας εντόπισε ένα ζευγάρι γυαλιστερά μάτια να τον κοιτούν επίμονα. Ήταν τα μάτια ενός σκύλου. Για μια στιγμή σκέφτηκε να τρέξει μακρυά του, όμως αυτό ίσως το θύμωνε και τον κυνηγούσε.Δεν είχε το χέρι της μάνας του να σφίξει, έτσι έσφιξε ο ίδιος το αριστερό του χέρι χρησιμοποιώντας το δεξί. Διάλεξε να του μιλήσει. ''Ποιος είσαι βρε μούργο ; ''του είπε. Ο σκύλος δεν αντέδρασε, για την ακρίβεια ήταν σαν να μην άκουσε λέξη από εκείνον. Όμως το βλέμμα του στεκόταν ακόμα καρφωμένο απάνω του, λες και μπορούσε να δει μέσα του ή να διασχίσει τη σάρκα του και να δει και πίσω από αυτόν.''Γιατί δε μιλάς;''συνέχισε να το ρωτάει χωρίς να παίρνει απόκριση.''Εεε,σου μιλάω.Αφού με κοιτάς, μίλα μου!''.Το σκυλί δίχως να ανοίξει σταλιά το στόμα του, έβγαλε ένα μικρό γρύλισμα και ξεκίνησε να φεύγει. Εκείνος ένιωσε την ανάγκη να
τον κρατήσει έστω για μια αγκαλιά, όμως το ζωντανό απομακρυνόταν πια. Του έκανε ένα σύντομο ''ψιτ'' μαζί με μια γρήγορη κίνηση του χεριού να του τραβήξει την προσοχή και το κατάφερε για λίγο. Το σκυλί γύρισε για μια στιγμή, τον κοίταξε ξανά μέσα στα μάτια κι ύστερα σκύβοντας το κεφάλι κι έφυγε. 


    Δεν μπόρεσε να συνειδητοποιήσει τι έκανε μέσα του αυτό το βλέμμα του σκύλου, ξαφνικά όμως λύθηκε σε κλάματα. Έκατσε στο πεζοδρόμιο , επέτρεψε στα χέρια του να κρύψουν το πρόσωπό του κι έκλαιγε για ώρα. Τόση ώρα που διάφοροι περαστικοί τον πέρασαν για ζητιάνο και του πετούσαν αραιά και πού κέρματα. Ο ίδιος δε σήκωσε ξανά το κεφάλι παρά μόνο όταν ένιωσε ένα πλάσμα να τον κοιτάζει . Κοιτάζοντας το κι εκείνος αναγνώρισε το ίδιο πλάσμα που εκείνο το ξημέρωμα άνοιξε την πόρτα του σπιτιού του και το έσκασε μακρυά του. Ήταν αυτό που χρόνια είχε κλειδώσει στους τέσσερις τοίχους και που τώρα ήξερε ότι τον εγκατέλειψε για πάντα. Ήταν το συναίσθημα κι αυτός δεν είχε κάτι να του κληροδοτήσει, δεν  είχε άλλες μνήμες να του κάνουν συντροφιά που να θυμόταν.


     Ήταν το συναίσθημα ένα βήμα πριν φανερωθεί στο φως, αργοπορημένο.