Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2012

Καθρεφτόμοιο


Με τους καθρέφτες δεν τα βγάζω εύκολα πέρα
Μου δείχνουν κάτι που σπανίως αναγνωρίζω
Γελάω κι αυτοί αναίσθητοι γελούν μαζί μου
Ή όταν κλαίω μου αποσπούν την προσοχή κοιτάζοντας αναίτια το θέαμά Μου 
Να μορφάζεται και να μορφοστρεβλώνει
Είναι όμως μια χρησιμότητα που τους ως τώρα δίνουν
που με αποτρέπει απ’το να τους εξολοθρεύσω
είπα δειλά στον εαυτό μου τον κρυστάλλινο
είσαι μικρός , είσαι φθηνός κι ανακυκλώσιμος
κι αυτός μου το αντιγύρισε
δεν είναι αυτό το αλισβερίσι που με θόλωσε
είναι που μέσα μου το δίκιο του αναγνώρισα
ψημένη άμμος κι εγώ νους ακόμα άψητος
γνωρίζει κάτι από το βλέμμα μου 
που άλυτο μυστήριο μένει
είναι σαν χρώμα να του έδωσαν κι εγώ να είμαι το άχρωμο
εγώ το καθρεφτόμοιο το δικό του
είναι στιγμές που ασυναγώνιστα κινήσεις  αντιγράφουμε
πότε εγώ πότε εκείνος
και αργολαβαίνει το μυαλό πληροφορίες
αν είναι αυτός που πρώτος με οδηγεί 
ή να'μαι εγώ αυτός που εκδηλώνεται.
Κι έχω ακόμα απορία μέγιστη
Αν σπάσω κάμποσα κομμάτια τη ψυχρή του σάρκα
να μάθω κόκκινος  πρώτος ποιος θα βαφτεί.

Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2012

104


Όροφος έκτος.  Έστω  για τελευταία φορά. 
Το χέρι πάει από μόνο του και πατάει το κουμπί  .
Όροφος έκτος. Που θα πει καταφύγιο . Που θα πει οροφή, δεν πάει παραπάνω. 
Που θα πει πρώην. Χρόνια Τέσσερα.
Τοίχοι περισσότεροι από τα χρόνια. Χρόνια παραπάνω από τοίχοι.
Να μαζέψω κούτες , να θυμηθώ να συσκευάσω κι όσα δε θέλω.
Αν αρχίσω να κάνω απολογισμούς,δε θα μου φτάσει το χαρτί περιτυλίγματος.
Να μαζέψω κούτες, να μαζεύω κι αυτές να μην τελειώνουν.
Πότε χώρεσα τόσο παρελθόν σε λίγα τετραγωνικά;
Αυτό που τώρα εγκαταλείπω είναι κομμάτι μου. 
Σκέφτομαι βιαστικά για να μην με πάρουν τα κλάματα.
Το άγχος μου να γίνει η μετακόμιση γρήγορα με προφυλάσσει .
Όταν το νοίκιασα  4 χρόνια πίσω, έδωσα μια υπόσχεση στον εαυτό μου. 
Να αλλάξω, να βρω τον εαυτό μου.Το ρετιρεδάκι το είδε, μάρτυράς μου
το 104 της οδού Πραξιτέλους.
Θυμάμαι την πρώτη μέρα που έμεινα εκεί. Kοιμήθηκα στο πάτωμα του σαλονιού ακούγοντας μουσική.Θυμάμαι και το κομμάτι.Όλα τα πρωινά για μήνες που σηκωνόμουν και δεν πίστευα ότι  έκανα πραγματικότητα αυτό που έγινε απόφαση ένα βράδυ στην Κεφαλλονιά,ύστερα από κουβέντα με τον Νίκο.Θυμάμαι που με ρώτησε η Γιώτα ποιο θα΄ναι το πρώτο πράγμα που θα κάνω όταν μπω και της απάντησα θα βάλω ένα cd κ θα μείνω να το ακούσω.Το έκανα.Της το είπα.Όταν κάμποσους μήνες ανάμεσα στους τοίχους αυτούς ξεκινήσαμε να μαλώνουμε της είπα να βγούμε έξω να συνεχίσουμε τον τσακωμό γιατί δεν ήθελα το σπίτι μου να με δει να μαλώνω.Και το προσπάθησα.Θυμάμαι τον Σπύρο που παραλάμβανε και έστηνε τα έπιπλα όταν εγώ ήμουν σχολείο. Θυμάμαι  τη Μαρία πρώτη μου φιλοξενούμενη για τριήμερο , να τρέχουμε Θησείο – Μοναστηράκι κι ύστερα πίσω για το πρώτο μου πάρτυ. Θυμάμαι το αναμένο κεράκι πάνω στο γιαούρτι τοτάλ που μου άναψε όταν άρχισε να ξημερώνει η μέρα των γενεθλίων μου και τα τσιγάρα που με παρακάλαγε να κάνει μέσα στο δωμάτιο ενώ  εγώ μη καπνιστής την αγριοκοίταζα. Θυμάμαι  το μπαλκόνι που έβαψα και τον γείτονα που μαστορεύαμε παράλληλα.Θυμάμαι τα αμέτρητα βράδια με  την Αγαθή και τον Σπύρο να παίζουμε κουν καν κ να μη σταματάμε να γελάμε. Θυμάμαι το καλοκαίρι που είδαμε ολόκληρο το Lost με το laptop στο μπαλκόνι. Θυμάμαι όλα τα Χριστούγεννα ,ακόμα κι αυτό που με βρήκε άρρωστο με πυρετό 40 χωμένο στις κουβέρτες.Θυμάμαι το τραπεζάκι που έκαψα με τα κεριά που δεν σταματώ να γεμίσω το χώρο μου, το έπιπλο της τηλεόρασης που έκανα 3 ώρες να στήσω, τις κουρτίνες που κρέμασα ξηλωμένες, τους τοίχους που γέμισα κάδρα και φωτογραφίες, τον καναπέ που δε μας χώραγε ποτέ αλλά πώς καταφέρναμε και στριμωχνόμαστε, θυμάμαι το blog που ξεκίνησα ύστερα από προτροπή του Αντώνη, θυμάμαι τον Γιώργο που ήρθε να μου ενώσει τον θερμοσίφωνα και προς τιμήν του ονόμασα Τάκη, το πώς κατεβάσαμε με τον Σπύρο τον παλιό απ’το πατάρι γεμάτο με νερά να τρέχουν πάνω μας, τη μάνα μου να μας λέει τα χαρτιά,τα τραγούδια που γράψαμε με τον Γιώργο, τα τραπέζια που έκανα σε φίλους,  την Κάτια να τη φωτογραφίζω γιατί το μαλλί της πόσο ταίριαζε με τον τοίχο του σαλονιού, την πόρτα του μπάνιου-σαλούν, τον κισσό στο μπαλκόνι και πόσο με παίδεψε να πιάσει, τα φυτά που όλο έφτυνα μην τα ματιάσω, τα χέρια, τις αγκαλιές, τα φιλιά, τους έρωτες, τα πρόσωπα , τα κορμιά, τα λόγια, τα όνειρα, τα τώρα, τα πριν, τα μετά, τα ποτέ, τις μουσικές, τις αναρτήσεις, τα δώρα και τα ξενύχτια, τη Μαίρη, την Ελευθερία, τον Μάνο,τη Μαρία, τα τραπέζια, τα ατέλειωτα βράδια με πίτσες και σουβλάκια και μαραθώνιους νουάρ φιλμ, τα βιβλία που ποτέ δεν έφταναν οι βιβλιοθήκες να τα χωρέσουν, οι μουσικές  που παραδόξως χωρούσαν τόσες πολλές και ανόμοιες, τα πρωινά,τα μεσημέρια, τα βράδια,εμένα, εσένα, όλα, τίποτα.

Δε φτάνει τελικά το περιτύλιγμα.τα πιάνω όλα χύμα μια αγκαλιά και φεύγω. Άλλο διαμέρισμα, άλλες συνθήκες.Κλειδώνω πίσω μου τον άδειο χώρο.Καθάρισα τα πάντα.τα πήρα μαζί μου.Μετακομίζω Άλλος αριθμός.
δεν είμαι πια ο 104.ή μήπως θα είμαι πάντα αυτός που έγινα εκεί;

Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2012

Το παρόν μετοικίζεται

Δεν έχω πολλά να πω,
αλλάζω σπίτι.
από τις φορές εκείνες που τίποτα δεν προλαβαίνω να σκεφτώ.
μόνο κούτες ανοίγω,συσκευάζω,κλείνω.
σκέφτομαι θα κάνω σύντομα τον απολογισμό
του διαμερίσματος που αφήνω,
ήταν πλούσιο σε αναμνήσεις κι οι περισσότερες ευχάριστες.
θέλω να μοιραστώ αυτόν τον αποχαιρετισμό
και να τον κρατήσω σφιχτά.
Μπήκα μυστικά απόψε στον εαυτό μου
δεν ήθελα να τον ξυπνήσω , 
δεν ήθελα όμως και να τον κουβαλήσω νυσταγμένο 
μου είπα στο αυτί ψιθυρίζοντας '' σπάσε''
και έσπασα.


Νέα χρονιά λοιπόν,με νέα ξεκινήματα.
Τα λέμε σύντομα .

Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2012

2012 τώρα

Αυτό το Τώρα που αξίζει δεν έχει αριθμό 
είναι ένα Τώρα αναρίθμητο, αβάπτιστο
κι εμείς αυτοί που τρέχουμε να το ονοματίσουμε.
το λέμε 2012
το λέμε καλορίζικο ή όχι
το λέμε δίσεκτο Τώρα 
το λέμε Τώρα και μετά το ξεχνάμε, το αντικαθιστούμε  αναζητώντας τον διάδοχό του 
στις δικές μας μικρές και μεγάλες ανασφάλειες.
Τα 2012 Τώρα που μαζεύτηκαν ξέχειλα στου κόσμου τη μνήμη
από καταβολής των Τώρα
ποτίζουν στάλα στάλα τις ευχές μας 
κι όσες σε γόνιμο έδαφος φυτεύτηκαν,θα γίνουν δέντρα
και τους καρπούς θα μοιραστούμε.
Όλες οι άλλες,θα μείνουν σκεπασμένες περιμένοντας ένα άλλο Τώρα
θαυματουργό να τις φροντίσει.   
Το Τώρα και το Μετά ας είναι υγιές και δυνατό 
για όλους αυτούς που δεν σταματούν τα χαμόγελα και το φύτεμα.
Καλή χρονιά.
Με μια ορμή για τη Ζωή που να μη μοιάζει δεδομένη.

Παρασκευή 30 Δεκεμβρίου 2011

Το Αντίστροφο

Η πόλη μετράει αντίστροφα λίγες ώρες ακόμα μέχρι την αλλαγή. 
Το αντίστροφο δεν έχει επίγνωση της κατάστασής του 
γι'αυτό και επιμένει να επιταχύνει προς το τέλος 
σε έναν αγώνα δρόμου που μόνο του έχει επιλέξει
και που κανείς δεν θα το προλάβει .
Το αντίστροφο μέλλον μας περιμένει 
γεμάτο από πράγματα που δε θα ζήσουμε ποτέ.
Η πόλη μετράει αντίστροφα και οι άνθρωποι ξεκίνησαν τους απολογισμούς τους.
Εκεί χρειάζεσαι πέρα από το νου κι ένα χαρτί κι ένα μολύβι
ξυσμένο μυτερά να χαρακιάζει τα λησμονηθέντα
να αποφασίσουν πώς θα χαρακτηριστούν.
Ανάμεσα στους απολογισμούς και τους υπολογισμούς ,
πειράζει να κρατήσω τον παραλογισμό;
Αυτή η χρονιά αυτό με τάισε, όπως κι εσένα.
Όλα έχασαν το εφικτό τους περιθώριο λογικής,
ξέφτισε το χρώμα κι έμεινε το ξεθώριασμα 
το κάλπικο, το ανέντιμο, το ανέτοιμο.
Τι να απολογίσω , τι να υπολογίσω, τι να διαλογίσω;
Αναρτώντας τον προϋπολογισμό της ψυχικής μου διάθεσης για το νέον επίτοκον έτος θα καταλήξω πάλι να παραλογίζομαι.
Σιωπώ. Από εκείνη τη σιωπή που μιλάς ακατάπαυστα αλλά δε λες τίποτα παραπάνω δικό σου.
Γιατί αν έλεγα, θα έλεγα για ένα σημαντικό έτος που πέρασε από τη ζωή μου.
Δύσκολο, όπως και για όλους, αλλά από τα σημαντικότερα.
Γιατί το έχω το -κακό;καλό;- συνήθειο τα έτη που με ζορίζουν να τα αγαπώ
να τα εκτιμώ, να τα υπολογίζω.
Πέρασε αυτή η χρονιά με προβλήματα υγείας που ξεπεράστηκαν,
χωρισμούς και επανασυνδέσεις, 
μειώσεις και αβέβαιες τσέπες,
φθορές, απώλειες,
κούραση αλλά και μπόλικα χαμόγελα.
Δεν ζητώ παραπάνω τίποτα, 
όσα αγαπώ είναι δίπλα μου αρκεί να μην το ξεχνώ.
Έξω βρέχει.
Η βροχή στην πόλη δεν προλαβαίνει να γίνει αποτύπωμα.
Στεγνώνει,ξεπλένει, ανασύρει,ίσα που πιάνεις ένα άρωμα και φεύγει πάλι. 
Αυτό που αφήνει δεν είναι κάτι φυσικό, 
είναι θα έλεγες μια σκέψη της,
να σε δει να βρέχεσαι μήπως σε καθαρίσει,
αλλά κι αυτό που προσπαθεί της το στερείς κλεισμένος όπως είσαι,
ντυμένος,προστατευμένος όπως είσαι.
Η βροχή σε θέλει από κάτω δίχως ομπρέλα,για να δεις τον κόσμο καθαρότερο.
Αλλιώς αρκείσαι σε ευχές και στο να κατηγορείς το έτος που φεύγει 
και που δε σ'έκανε να δεις όσα από μόνος σου απέφυγες.
Η βροχή στην πόλη είναι όλα όσα της αρνείσαι.
Οι χρονιές που φεύγουν και οι χρονιές που έρχονται 
είναι όλα όσα δίνουμε και όσα στερούμε από τον εαυτό μας.
Για αυτό είμαι σίγουρος.
Και χαίρομαι που το 2011 έδωσα κάτι παραπάνω από όσα μου στέρησα.
Ας ευχηθούμε να μας γίνει μάθημα.
Να δίνουμε.
Καλή μας χρονιά φίλοι μου.
Καλή μας χρονιά.