Πέμπτη, 24 Μαΐου 2012

ζευγαρώστρα

Έναν καιρό και μια φορά 
ήμουν εγώ και ήσουν εσύ.
Τα μυστικά μας, τα μετέωρά μας.
Από τα τίποτα και τα ελάχιστά μας φτιαγμένοι
εγώ το τίποτα,εσύ το ελάχιστο.
Στο κλουβί μας μέσα
που δεν μας εγκλωβίζει, μας προστατεύει
από τις αλλόκοτες πληγές των άλλων 
κρατώντας τις δικές μας , αυτές που παίζουν με τα χρώματά μας,
τις σκέψεις και το μπλέξιμό τους.
Έναν καιρό και μια φορά
ήμουν το μπλέξιμό σου.
Τα μυστικά μας κι αυτά να ζουν μες στο κλουβί, η τροφή και η ανάσα μας.
να είμαι τα μυστικά σου και να είσαι τα δικά μου.
Χωρίς διαστάσεις το κλουβί,
όπως οι πιο μεγάλες αποστάσεις που αχαρτογράφητες κρύβονται μέσα μας.
Να περπατάμε μέλλον .
γιατί όταν για μέλλον σου μιλώ , μιλώ για δρόμους άφτιαχτους
από αυτούς που ' χεις παρέα και χέρια πλεγμένα
και δεν καταλαβαίνεις για πότε τους περπάτησες.
και που χαζεύεις πού και πού τριγύρω, αλλά τα μάτια σου είναι αλλού δοσμένα.
Σ'αυτά τα αντίστοιχα που δρόμο σου δείχνουν.
Κι ακόμα κι όταν τα μάτια κλείνεις, έχεις εξήγηση
αυτό που πίσω από τη φόδρα των βλεφάρων σου πήγε κι αποτυπώθηκε.
Πόσο μελό που κρύβει ένας δρόμος άφτιαχτος και πόσο δε σε νοιάζει.
Σε νοιάζουν μονάχα η μέρα και η νύχτα
και το ανάμεσα αυτό που δεν ορίζεται,
το χαμόγελο που είναι τόσο ορατό όσο για να το πιάσεις στην παλάμη σου,
που το νομίζεις για κρυφό και που σε φανερώνει,
το μετά που είναι ένα νερό θολό όπως σε λίμνη που πέτρα πετάς
και που μετράς έναν προς έναν τους κύκλους,
τα ομόκεντρα λόγια που ξεκινούν από εσένα ή καταλήγουν σε εσένα,
το ευχαριστώ για τις χαρούμενες στιγμές που δε γεννιούνται 
και που τις αγαπάμε όσο τις περιμένουμε
ή για εκείνες που γεννήσαμε κι αυτές μεγάλωσαν εμάς 
και μας ανέθρεψαν, πόσο περίεργο για γέννα.
Έναν καιρό και μια φορά ήμουν η γέννα σου και ήσουν τα φτερά μου.
''γιατί οι άνθρωποι είναι άγγελοι γεννημένοι χωρίς φτερά, 
και τι πιο όμορφο να γεννιέσαι χωρίς φτερά και να τα κάνεις να φυτρώσουν''.*

Aυτή η τόσο δα μικρή συσκευασία που κλουβί το λέω,κρύβει ένα όνειρο αναλογίας αντίστροφης.
Aκόμα κι αν κάνω λάθος, δε θα το πεις ή δε θα πω για φταίξιμο.
γιατί ακόμα και τα φταιξίματα αγαπώ,
τις μέρες που έχουμε κάτι να διορθώσουμε,
και πάντα να υπάρχουν φταιξίματα να μοιραζόμαστε. 
''Tι σημασία έχει η αρρώστια μου και η συμφορά μου όταν έχω τη δύναμη να είμαι ευτυχισμένος;''**
Υπάρχει πέταγμα και είναι σπουδαίο, 
δίχως αναμονή, ρίσκο και φόβο να μας σταματούν.
Και θα φοβάμαι συνετά , μόνο όσο θα επιτρέπω στη φαντασία μου να ατονεί
και τέτοια περιθώρια δε θα της δώσω, να το θυμάσαι.
Θα προσδοκώ ασύνετα, όπως με ξέρεις
κι ας είναι αμετροέπεια εκ μέρους μου τόσο χαμόγελο
έναν καιρό και μια φορά
ήμουν ο φόβος, τα φτερά, η γέννα ,οι λέξεις ,  το μετέωρο
και ήσουν το νερό, ο χρόνος , ο κύκλος, η ευτυχία και το ελάχιστό μου.




Σήμερα σ 'ένα κλουβί ακόμα στο μπαλκόνι μου ,
εκεί που δυο παπαγαλάκια στο δικό τους το ελάχιστο ερωτεύονται
μπήκε η ζευγαρώστρα,
ένα δωματιάκι να στεγάσει αυτό που σίγουρα φοβούνται στα μάτια μου μπροστά να δείξουν.
Εγώ σαν συνωμότης στεγάζω τη δική τους τη χαρά,
τους μιλώ για την αγάπη και για τα λίγα τετραγωνικά που τη στεγάζουν
κι όμως ο κόσμος τους αυτός είναι ένα σύμπαν.
Για παραπάνω φορές και παραπάνω καιρούς
σ'αυτό τον μικρόκοσμο που μοιάζουν τα φτερά μας.



υ.γ. τυχαίνει η σημερινή να'ναι η 200στή μου ανάρτηση. και στην αφιερώνω.

* Ζοζέ Σαραμάγκου , Το Χρονικό του Μοναστηρίου
** Φίοντορ M.Nτοστογέφσκι , O Ηλίθιος

Κυριακή, 29 Απριλίου 2012

ήΛιΟν

ποτέ μου άλλοτε όσο τώρα
δεν είχα τέτοια απορία 
αναπάντητη.
λέω , γι' αυτά μου τα μπαλόνια από ήλιον
είμαι εγώ που τα κρατώ
ή κείνα εμένα μήπως;
  
(το ποτέ άλλοτε της απορίας 
είναι που δε ζητάω απάντηση)


Τετάρτη, 25 Απριλίου 2012

κάτω από ένα δέντρο λεμονιάς

Κάθε καλοκαίρι στο νησί 
γέμιζα εικόνες το σακ βουαγιάζ  
κυρίως από μεσημέρια στην πίσω την αυλή 
κάτω από το πεύκο το πελώριο
που ήθελες τέσσερις αγκαλιές για να το σφιχταγκαλιάσεις 
να είμαι καθισμένος σε βουνά πευκοβελόνες που θέλουν μάζεμα
καθάρισμα
και να μην ξέρω αν πρέπει να αρχίσω
αφού θα πέσουν κι άλλες 
και ξάπλωνα πάνω τους
σ'αυτό το μαλακό το στρώμα   
και κέρδιζα μια αίσθηση που τη θυμάμαι ως τώρα 
που πεύκο δε βλέπω συχνά  , όλο αναπνοές όμως το κράτησα
σε μυρωδιά καφέ και υγρή βροχή.
Τα βράδια κοιτούσα την απέναντι πλαγιά την ολοσκότεινη
που κάπου κάπου άναβε ένα μάτι
από δωμάτιο σπιτιού και έλεγες υπάρχει
κι άλλος στη νύχτα κάπου φίλος.
Κι ας μην τον συναντούσες ποτέ, 
εσύ κοιτούσες το δικό του φως μέσα στη νύχτα
κι εκείνος το δικό σου.
Ένα από τα δύο κάποια στιγμή υποχωρούσε
ή έκαιγε όλη τη νύχτα που εσύ αποκοιμόσουν με το ραδιόφωνο ανοιχτό
και το μυαλό ποτέ ξεκούραση δεν έβρισκε 
όσο οι μελωδίες το τριβέλιζαν,
μόνο μάτια κλειστά 
και το φως απ'έξω αναμμένο για παρέα.
Τα πρωινά τα πέρναγα γυρίζοντας στα κτήματα
εκεί οπού μαζεύαμε σταφύλια 
κι εκεί που δεν προφταίναμε να κόβουμε καρπούς και τρόφιμα όλο χρώμα.
Στην ηλικία της εφηβείας 
όσα κι αν ζήσεις καλοκαίρια με γονείς και συγγενείς
δεν είναι εύκολο μετά να ξεχωρίσεις, 
γίνονται ίδια στο μυαλό σου,
μαζί και μ' όσες μυρωδιές τα πλύνεις.
Και τα φυλάς μετά έτσι ανάκατα 
κάποιο ντουλάπι θα ' ναι μέσα σου για εκείνα ιδανικό
και ίσως το κλειδώσεις, 
ίσως αφήσεις το κλειδί απάνω να το βρίσκεις εύκολα 
και ίσως ορθάνοιχτο αν τ'αφήσεις δε σε νοιάζει.
Το δικό μου το νόμιζα κλειστό από καιρό
κι όμως η κλειδαριά που είχε έσπασε 
και μία μία με επισκέπτονται οι σκέψεις.

Και σήμερα που τίποτα δεν είχα περιθώριο να σκεφτώ
μου γέμισε τη μύτη και το νου
η μυρωδιά απ'τα λεμόνια του χωριού
που έτρεχα στο δέντρο μας να κόψω.
Δεν έφτανα και πήδαγα ψηλά, τ'ακούμπαγα στις άκρες των δακτύλων μου
και έσεια τα κλαδιά για όσα πέσουν.
Μία φορά δε θα ξεχάσω πως τρυπήθηκα 
απ'τα κλαδιά τα μυτερά που προσπαθούν να προστατεύσουν τα παιδιά τους.
Κι έκατσα κάτω από το δέντρο δακρυσμένος
για κάμποσα λεπτά έκλαψα με αναφιλητά
και δε με ένοιαζε που θα με αναζητούσαν.
Δεν έκλαψα γιατί ήταν τόσος ο πόνος, 
αλλά γιατί στα χέρια μου κρατούσα ήδη κάμποσα.

Κίτρινα άστρα μυρωδάτα. 
Που όμως γυαλίζαν. 

Κυριακή, 22 Απριλίου 2012

πεφταστέρι

Όταν ακούω για πεφταστέρια θυμώνω
νομίζω ότι μια αφορμή ακόμα βρίσκει το σύμπαν 
να με κοροϊδέψει 
που να μετρήσω δεν προφταίνω τα αστέρια του που κρέμονται
κι άλλοτε πλησιάζω
κι άλλοτε τα σκορπά
και τι να προλάβω έτσι που τρέχουν είτε μπροστά στα μάτια μου
είτε χειρότερα ακόμα δίχως καν να τα προφτάσει το λοξό μου βλέμμα.
Θυμώνω που στα μαθηματικά δεν έμαθα πολλά 
όσο κι αν προσπάθησα 
κάποιες φορές το ένα κι ένα 
πάλι ένα μου έδινε αποτέλεσμα
ή το επί 
δεν έβγαζε γινόμενο μα επίθεση 
στους φόβους μου που γίνονται και εκείνοι
πεφταστέρια και περνούν μπροστά απ'τα μάτια μου 
μέχρι που να γεμίσει ο ουρανός με την οργή τους.
Και οι φόβοι μου πιο έξυπνοι περνούν 
και δεύτερη και τρίτη και πολλοστή φορά
να με αποπροσανατολίσουν πιο πολύ από το μέτρημα.
Όταν ακούω για πεφταστέρια απλώνω
το χέρι μου έξω από το παράθυρο μα τίποτα δεν πιάνω.
Αν έρχονται οι νύχτες είναι για να σου πουν την ιστορία σου
και οι δικές μου νύχτες ιστορίες διηγούνται 
και προβλέπουν τη συνέχεια, 
την πιθανολογούν
μα αυτό δεν είναι να ζητά κανείς να το ακούσει,
καλύτερα να μένουμε στα παραμύθια τέτοια βράδια.
Έχω ένα χέρι απλωμένο και όμως αστέρι όχι.
Έχω ένα χέρι μα αυτό ζηλεύει 
γιατί στο άλλο έχω ένα χάδι.
Κι αυτό το χάδι είναι για τους φόβους μου τώρα που αγωνίζεται.
Και όσο πέφτουν τα αστέρια
η ώρα ασπρίζει το σκουρόχρωμό τους αγώνα δρόμου.
Και μένουμε άγρυπνοι. Μήπως βγει λιακάδα
Λίγο πιο κοντά εσύ,λίγο πιο λιακάδα εγώ.
Κι ας μην έχω πεφταστέρι. Κι ας αποκτήσουν όλοι από ένα
και εν δυνάμει μια ευχή προς σύντομη ή μακρά πραγματοποίηση.
Κι ας μην έχω.
Αρκεί να πάρει μαζί και τους φόβους.

Πέμπτη, 19 Απριλίου 2012

ConSensu OmniUm *

Ένα τραγούδι που γεννάει την συγκίνηση στα μάτια του,
και μια εικόνα 
το τραγούδι να παίζει πολλές φορές στο μυαλό του 
και κάθε φορά η τελευταία να είναι η επόμενη.
Απ'την αρχή.
Είπε να βρει λέξη να μοιάσει.
Ένα τραγούδι που γεννάει την συγκίνηση στα μάτια του,
το τραγούδι σχεδόν λευκό.
Μπορούσες να το δεις ή να το αισθανθείς έστω λίγο
αν προσπαθούσες παραπάνω.
Ήταν στα τζάμια του αποτυπωμένο
κι αυτός ένα δάκτυλο να γράφει πάνω του
και να σχεδιάζει.
Ερωτηματικά.
Κι ύστερα το ρεφρέν χωρίς απάντηση.
Απ'την αρχή
και μια εικόνα,
κάτι που θα δουν οι περαστικοί.


Οι περαστικοί ήταν κι αυτοί σχεδόν.
Σχεδόν σκέτο 
να παίζουν πολλές φορές στο μυαλό του.
Με κάθε στροφή, να τους κτυπά. 
Απ'την αρχή 
Γιατί δεν είχαν κάτι ξεκάθαρο πάνω τους
να απομνημονεύσει.
Ήταν σχεδόν άνθρωποι,
σχεδόν παρόντες,
απ'την αρχή
σχεδόν περαστικοί
και σχεδόν καθόλου παρατηρούντες.


Το τραγούδι από την άλλη είχε αναπτύξει
ένα μηχανισμό να τον παρατηρεί
Απ'την αρχή 
και κάθε φορά η τελευταία να είναι η επόμενη
πότε τυλίγεται και πότε αφήνεται
πότε ντυμένος
και πότε γδυτός
πότε μόνος και πότε διπλός.
Εκείνος και το τραγούδι γίνονταν ένα ώρα με την ώρα.
Μπορούσες να δεις 
απ'την αρχή 
το τραγούδι σχεδόν λευκό
στίχοι να κρέμονται απ ' τα μάτια του
και στις φλέβες του ο μετρονόμος να δίνει ρυθμό.
Το τραγούδι είχε την ληξιαρχική του πράξη γέννησης 
κι εκείνος τη μελωδία του.


* Κοινή συναινέσει.