Σάββατο, 31 Μαΐου 2014

Ολάκερος

Όταν αγαπώ, γίνομαι άλλος.
Κατηφορίζω τους δρόμους,
χωρίς να έχω στον νου μου τη θάλασσα που καταλήγω.
Ανηφορίζω τους ουρανούς,
Δίχως να σκέφτομαι
πόσοι ελεύθεροι σκοπευτές είναι ανέραστοι.
Να μην τα πολυλογώ
Δε σκέφτομαι τον κίνδυνο σου
Δεν τον υπολογίζω ως μειονέκτημα
Ούτε κι εσύ τον σκέφτεσαι.
Ανάμεσα μας όμως
ο κίνδυνος
Υπάρχει
Για να με κάνει να σ’ αγγίζω
Με γνώση των συνεπειών του νόμου.
Αν πότε πότε μ’ ακούσεις να ολιγωρώ
Είναι που κάπου στάθηκα
και μετρώ τις απώλειές μου  
Γιατί
μπορεί να σ’ αγαπώ
Αλλά θέλω κι ολάκερος να φτάσω.

Δευτέρα, 26 Μαΐου 2014

Παραγγελία

 Παραγγείλαμε όνειρα
Κι αυτά άργησαν
Το ήξερα πως έπρεπε να είμαστε σαφείς
Στο σχέδιο
Στο νούμερο
Στα χρώματα
Τι να σου κάνει κι ένας ράφτης
Όταν δεν έχεις ιδέα τι θες να φορέσεις
Χίλιες φορές γυμνός
Ναι
Να φοράς μονάχα υποδήματα
Ή με ρολόι στο χέρι
Έτσι κανείς δε θα σε κρίνει
για τα όνειρα που έχεις
αλλά γι’ αυτό που είσαι
πλαδαρό,
σφιχτό
ή κάτι ανάμεσα.
Σημασία έχει τα όνειρα να έρθουν
Πριν αλλάξει η εποχή
Αλλιώς, τρέχα μετά για μεταποίηση.
Και πώς να κάνεις μεταποίηση στο όνειρο;
Δε φταίει όμως ο ράφτης.
Πρώτα μαλώνουμε τη σκέψη μας

Και ύστερα τις πράξεις.  


Δευτέρα, 19 Μαΐου 2014

κάθισμα

Oι τροχοί δε σταματούν,
αλίμονο αν σταματούσαν 
θα έπρεπε στα χέρια να το σπρώχνω το ταξίδι
κι εγώ δεν είμαι ικανός για τόσα βάρη
Ευτυχώς συνεχίζουν
το τρένο συνεχίζει 
ούτε επιταχύνει
ούτε επιβραδύνει
μία πορεία μονότονη
ίσα που προλαβαίνεις τα παράθυρα 
ν'ανοιγοκλείνεις με τα βλέφαρα
ίσα που προλαβαίνεις να δακρύσεις
κι αυτό να στεγνώσει .
Το έξω περιβάλλον σε χαιρετά
ασθμαίνοντας
ε, εσύ με τις ψευδαισθήσεις,
για πού το βαλες;
Ο οδηγός ονειρεύεται πως είναι καβαλάρης
λες θα το σηκώσει το τρένο στα δυο πίσω πόδια
και θα πρέπει να κάνεις τη μεγάλη τη φιγούρα.
Τελικά βιδώνεσαι στο κάθισμα,
κι ας σ'ενοχλεί
σκληρό και πού να χωρέσεις τα πόδια  
γίνεσαι ένα με το φθαρμένο βελούδο
έχει μια ήρεμη συνείδηση
που τη θαυμάζεις. 
Στο κάτω κάτω, 
μέχρι να δεις τερματικό σταθμό
έχεις δικαίωμα να σαι κι εσύ φθαρμένος. 

Πέμπτη, 15 Μαΐου 2014

Νυσταλγία

Τι όμορφα που ήταν όλα τότε
τι όμορφα που δε θυμάμαι το τότε
αν το θυμόμουν ίσως να μην ήταν όμορφα
αυτό που θυμόμαστε δεν έχει αξία
ενώ αυτό που ξεχνάμε
πόση ομορφιά
το πίστευα πάντα
τι όμορφα που πίστευα τότε
τι όμορφα που δε θυμάμαι τι πίστευα
αν το θυμόμουν τώρα δε θα το πίστευα
αλλάζει κανείς τα πιστεύω του 
χωρίς καλά καλά να καταλάβει ποια είχε
κι αν τα είχε
τι όμορφο και το είχε
μου ταίριαζε πάντα σαν χρόνος 
υπερσυντέλικος
υπερσυντέλεια
υπερσυντελειάζομαι
αν είναι κάπως να καταστραφώ 
να είναι στον τελειότερο βαθμό
και να σκορπίζω γύρω μου ατέλειες
τι όμορφα να ζεις με τις ατέλειες
δεν έχεις άγχος κάτι να αποδείξεις
είναι το μαξιλάρι σου
το αποκούμπι σου
και το μονίμως ανενόχλητο το λάθος σου
τι όμορφα και τα λάθη σου
τι όμορφα που δε θυμάμαι ποια έκανα
που όλα μπερδεύονται 
και δεν μπορείς να βρεις την άκρη στο κουβάρι
και παίρνω τα λάθη σου για δικά μου
και τα δικά μου κάποιος άλλος τα φορτώνεται
τι όμορφο
αυτή η κοινοκτημοσύνη μας στα λάθη
θα έπρεπε να διδάσκεται
και να επικροτείται
έως ότου ν'αποδειχθεί λάθος κι αυτή
τι όμορφο να αποδεικνύεις το λάθος σου
ζώντας το
σχεδόν μαγικό
κι ύστερα να το ξεχνάς
γενικά να ξεχνάς
τι όμορφο κι αυτό
και πόσο άσχημο να είναι όλα όμορφα
και πόσο άσχημο να τα ωραιοποιούμε 
με τόση ομορφιά 
δεν προλαβαίνει καν ο νους να ξυπνήσει
κι έτσι νυσταγμένος
όμορφα που δε σκέφτεται.

Κυριακή, 11 Μαΐου 2014

οικιακά

Παραμιλώ μέσα στο σπίτι.
Ανοίγω τα συρτάρια και μιλώ στα ρούχα.
Εσένα σε θυμάμαι, σε φορούσα όταν πονούσα.
Είχε ψύχρα και σε άντεχα.
Είχα ψύχρα και με άντεχες.
Εσύ με θυμάσαι;
Είχε ψύχρα και σου έκανα τρύπες.
Έβαλα πλυντήριο και δε λέει να στεγνώσει.
Κάθομαι και το κοιτάζω,
το ταΐζω μανταλάκια
αυτά μου πέφτουν στον ακάλυπτο.
Μου λείπεις. Η ζεστασιά σου.
Δε λέω να στεγνώσω
Νιώθω ακάλυπτος κι εγώ
γεμάτος μανταλάκια που τίποτα δε βαστούν.
Πλένω στους 40. Οικονομία.
Ελπίζω οι 40 να μη διώξουν τις μυρωδιές σου.
Ο καφές κρύωσε. Τον σταμάτησα κι αυτόν.
Είχε πάψει από καιρό να με τονώνει.
Πίνω μόνο ό,τι με νυστάζει.
Γίνομαι η νύστα που δε σε σκέφτεται.
Το μπαλκόνι θέλει πάλι σκούπισμα.
Η ζωή μου θέλει πάλι σκούπισμα.
Θα πάρω το λάστιχο να ρίξω νερό.
Κοίτα που κι αυτό ακόμη κοστίζει.
Από πού κλείνουν οι βρύσες;
Ξέχασα την πόρτα του ψυγείου ανοικτή.
Πάλι η παγωνιά θα έχει δικιολογία.
Θα πλύνω ρούχα, θα πλύνω πιάτα,
θα πλύνω χνάρια, σημάδια και λέξεις
όχι πως φεύγουν ποτέ,
απλώς φθείρονται,
γαριάζουν
θα έρθει μια μέρα που θα μείνω με τα απορρυπαντικά στο χέρι
και δε θα έχω τι να πλύνω.