Κυριακή, 10 Ιανουαρίου 2016

Τελεία


Μπερδεύομαι, μπερδεύομαι συχνά
δεν ξέρω αν μιλάω εγώ
ή οι φωνές που μέσα στο κεφάλι μου πλάθουν ιστορίες.
Πολλές φορές αναρωτιέμαι
σε ποιανού κεφάλι εγώ πλάθω μια ιστορία
κι ύστερα το ξεχνώ.
Όλα είναι πλασματικά, λέει ένας φίλος μου
ελπίζω αυτός να είναι υπαρκτός.
Όλα είναι προσποιητά,
φωνάζει πότε πότε κάτι μέσα μου
και ψάχνω να βρω πώς μπαίνει κανείς μέσα του.
Μπερδεύομαι, ακόμα το μέσα και το έξω δεν τα ξεχωρίζω καλά
τι πρέπει να λέω και τι ν' αποσιωπώ
στις πόσες φωτογραφίες που αναρτώ
καταπατώ ο ίδιος την ιδιωτικότητά μου
στις πόσες αναρτήσεις που γράφω
αυτολογοκρίνομαι.
Ρωτάω αλλά δεν κάθομαι να πάρω απάντηση.
Μας παίρνει το ρεύμα πρώτα.
Αλλάζουν οι χρονιές
χωρίς να καταλάβουμε αν αλλάξαμε μαζί τους.
Θα μπορούσα να γράφω και να μη βάζω τελεία,
αλλά είναι νύχτα
και οι τελείες τη νύχτα μου αρέσουν.
Τις παίρνω μαζί και τις βάζω κάτω από το μαξιλάρι.
Το πρωί που ξυπνώ, έχουν φύγει.
Κάπως έτσι, ατελής
σας λέω καλημέρα.

Κυριακή, 3 Ιανουαρίου 2016

Κουβέρτα

Συναντηθήκαμε στην ουρά. Κρατούσαμε ο καθένας από μία κουβέρτα. Ζεστή, διπλή, ανθρώπινη, τυλιγμένη σε σακούλες σκουπιδιών. Πιάσαμε την κουβέντα. Ήμουν αυτός. Φορούσα τσαλακωμένο πουκάμισο, κρατούσα στο άλλο μου χέρι τα κλειδιά μου, το κινητό μου το είχα στο αθόρυβο. Ήσουν αυτή. Κρατούσες τη μύτη σου, σε ενοχλούσαν οι μυρωδιές και βιαζόσουν να φύγεις.  Σε ρώτησα αν έρχεσαι συχνά. Μου είπες «μονάχα όταν έχω πολλές τύψεις». Αποφάσισα να σου δώσω μερικές από τις δικές μου, για να έρχεσαι συχνότερα.

Σταθήκαμε στην ουρά περιμένοντας να παραδώσουμε ο καθένας από μία κουβέρτα. Δε τη χρειαζόμουν, μου είπες. Σπίτι είναι ζεστά. Έχεις ανθρώπους; Σε ρώτησα. Έχω κουβέρτες, απάντησες. Κάπου εκεί γελάσαμε για λίγο κι ύστερα παύση. Από εκείνες τις αμήχανες, που εύχεσαι κάποιος τρίτος να έρθει ανάμεσα να σας χωρίσει. Δεν ήρθε κανείς, παρόλο που γύρω μας υπήρχαν τόσοι. Σε ρώτησα πώς σε λένε. Μου είπες πως δεν έχει σημασία. Ήθελα να σου πω πως προφανώς και έχει.

Η ουρά προχωρούσε. Είχα την πλάτη σου μπροστά μου κι εσύ πότε πότε γύριζες και έλεγες ότι θες να φύγεις. Σου έλεγα ‘’κοντεύουμε’’, χωρίς να ξέρω αν θέλω κάπου να φτάσουμε. Υποθέτω έπρεπε κάτι να πω. Σε ρώτησα αν θα πας κάπου τις γιορτές. Μου είπες δεν έχεις αποφασίσει. Για μένα δε ρωτούσες τίποτα. Ήθελα να σου πω ότι και σπίτι μου έχω κουβέρτες, πως δε δουλεύω και δε θα πάω πουθενά. Αντιθέτως, σιωπηλός ήρθα δίπλα σου, να προχωράμε μαζί την ουρά. Κοιτούσες πάνω από τον ώμο σου και το βλέμμα σου όπως πετούσε κατέληγε στο δικό μου.

Φτάσαμε κάποια στιγμή στην αρχή της ουράς. Μας είπαν ότι είχαν ήδη φέρει πολλές κουβέρτες κι αν έχουμε παλιά ρούχα ή άλλα αντικείμενα να φέρουμε. Αποφασίσαμε να αφήσουμε έστω τη μία και να ξαναπεράσει ο ένας από τους δύο μας. Φεύγοντας την κουβέρτα τη μοιραστήκαμε στα δύο.

*το παραπάνω κείμενο γράφτηκε για τις ανάγκες της εκπομπής της Όλγας Λασκαράτου στο radiofono.gr και αναγνώστηκε από τον γράφοντα την Τρίτη 29/12/2015

Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2015

Έλα


Δε μου άρεσαν ποτέ οι Πρωτοχρονιές.
Όπως δε δίνω σημασία και στις πρώτες κάθε μήνα.
Πολλές προσδοκίες, πολλές αυταπάτες, 
κάπου ανάμεσα να πρέπει να γιορτάσεις,
να ευχηθείς,
να βρεις τη σκέψη τη γλυκιά, 
την πρωτότυπη,
που δεν κολλάει στα δόντια και που στην καρδιά στοχεύει,
να την τυλίξεις λίγη απ'τη στοργή που σου λείπει
και να τη δώσεις.
Ανάμεσα σε μας και τις πρωτοχρονιές
είναι οι εαυτοί που δε γνωρίσαμε
που θα θελαν πολύ να μείνουν μόνοι
με τα παράπονα, 
με τα τραγούδια, 
με τους εγωισμούς τους.
Χρόνε, ήσουν καριόλης
που δε μας έδωσες όσα ευχηθήκαμε
και που μας πήρες όσα κι αν είχαμε.
Δε θα σε βάλουμε κριτή αν τα αξίζαμε.
Χρόνε, στα τσακίδια.
Δώσε μας κάτι που δε θα γερνά και δε θα παλιώνει.
Εκεί θα σε παραδεχτούμε όλοι.
Μέχρι τότε μπορείς να αποχωρείς.
Κι εμείς θα κάνουμε ότι χαιρόμαστε.

Δε μου άρεσαν ποτέ οι πρωτοχρονιές
αλλά μετράω κι εγώ τη ζωή μου με τα βράδια εκείνα
που παίρνω αγκαλιά ό,τι πιο πολύ αγαπώ
κλείνουμε πόρτες, παράθυρα και μάτια 
κι ονειρευόμαστε
το παρελθόν που μας έφερε κοντά 
και το παρόν που μας κράτησε.

Καλή μας χρονιά. Σ' αγαπάω να λες.

Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2015

*Κούπα


Μαζεύω από καιρό και τελειωμό δεν έχουν.
Τα ντουλάπια μου γεμίζουν κούπες. 
Μικρές, μεσαίες, μεγαλύτερες, 
λευκές ή μαύρες ή με χρώματα,
δεν ξέρω τι τις θέλω τόσες, 
ούτε ο κόσμος έρχεται στο σπίτι όσο κι αν θα'θελα.
σερβίρω μόνος μου καφέ ή τσάι ή και γάλα μέσα
μια κούπα όλη κι όλη η συνήθειά μου
και μέσα της εγώ να πνίγομαι.
μη σπάσεις κι εσύ, να λέω
μη σπάσεις κι εσύ, μου απαντά.
η κούπα μου κι εγώ , 
φτιαγμένοι από το ίδιο υλικό κι οι δυο μας
της ανακύκλωσης ψημένο.
η κούπα μου κι εγώ, 
χερούλια μοιραζόμαστε - 
να με κρατάς με προσοχή 
γιατί έχει σπάσει από καιρό το ένα χερούλι
κι αν σκύψεις θα τη δεις την κόλλα που το κόλλησα το σώμα μου.
να με κρατάς με προσοχή
γιατί έχει πάψει από καιρό να μου αρέσει να'μαι απρόσεκτος 
και τη χρειάζομαι να ξέρεις τη φροντίδα σου.
Μαζεύω από καιρό και τελειωμό δεν έχω.
Η ζωή μου γεμίζει κούπες.
Δεν ξέρω τι τις θέλω τόσες,
αφού τη μία αγάπησα, 
αυτή με το χερούλι το σπασμένο.
Τη βάζω με φροντίδα να κοιμάται,
διαβάζω παραμύθια να την πάρει ο ύπνος
κι όσο αναπαύεται 
στέκομαι δίπλα της βουβός και την κοιτάζω.
Πρόσεχε στον ύπνο σου μη σπάσεις.
Στον ύπνο τα κομμάτια δεν ξανακολλάνε. 


Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2015

Φύτρες


Όταν νυχτώνει,
φυτρώνουν τα όνειρά μου.
Δε θέλουν φως,
δεν έχουν χώμα ή πιατάκι ή σε γλάστρα μέσα
δε ριζώνουν.
Φυτρώνουν μόνα τους χωρίς να με ρωτούν.
Είναι οι σπόροι ,
οι βλαστοί,
είν΄οι κορμοί μου όλοι
μια φασολιά που φτάνει ουρανό,
χωρίς ποτέ να με ρωτά αν μου αρέσει το σκαρφάλωμα .
Τα ξημερώματα δε βρίσκω τίποτα υπαρκτό να σκαρφαλώσω.
Δε βρίσκω φύλλο , ούτε λουλούδι,
δε βρίσκω ένα τόσο δα καρπό
κάπου το πόδι μου να βάλω,
να'χω να λέω πως το όνειρο μου απέδωσε .
Στο τέλος πάντα καταλήγω τα πόδια μου να ξεμουδιάζω.
Όχι πως είναι και κακό
γυμναστική επίδειξη η ζωή κι εγώ σε φόρμα.

Όταν νυχτώνει,
κρατάω την κοιλιά μου.
Ανοίγω πόρτες και ντουλάπια
και στο ψυγείο πάντα καταλήγω
να ψάχνω στο σκοτάδι κάτι που να μπορεί δέντρο να γίνει.
Τα ράφια νηστικά
κι έτσι όπως πάω να κοιμηθώ
απ'το κεφάλι μου φυτρώνουν τα ζιζάνια.
Χόρτα ανώφελα τις νύχτες μου τραβάω
κι αυτά πολλαπλασιάζονται.
Αν ήξερα τα όνειρα πώς μοιάζουνε,
θα έλεγα στις φύτρες μου απάνω πως ξαπλώνουν.