Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2016

Μπαλκόνι

Αποχαιρετάμε μία μία τις χρονιές
Και τις σκουπίζουμε, όπως τα φύλλα που πέφτουν στο μπαλκόνι
Τι τις θέλεις τόσες γλάστρες λες,
Αφού μαραίνονται δίχως νερό
Αφού σαπίζουν με παραπάνω ·
Το μέτρο δε μαθαίνεται.
Εμπειρικά μαζεύεις τις χρονιές
Ποτίζεις και τα χρόνια σου
Χωρίς να ξέρεις
Αν μαραίνονται ή σαπίζουν οι στιγμές τους όταν φεύγουν .


Αποχαιρετάμε μία μία τις χρονιές, γιατί δεν ξέρουμε τι άλλο να τις κάνουμε
Μια αποθήκευση όλη κι όλη δεν αρκεί
Δίπλα στη σκούπα , στο φαράσι
Σ' ένα κουτί από παπούτσια που περίσσεψε
οι αναμνήσεις αδικούνται δίπλα σε τόση νοικοκυροσύνη
Καλύτερα να έρχονται και να σε βρίσκουν μόνες τους
Άτακτα
Απεριποίητα
Ακανόνιστα
Όπως κι εσύ
μέσα σ' αυτές λειτούργησες.
Στο κάτω κάτω είναι καλύτερη η έκπληξη όταν μοναχές τους ξεπροβάλλουν και σε βρίσκουν
Εκεί που πίστεψες ότι καθάρισες.


Το μόνο που δε θες να σκέφτεσαι
Είναι μην τις περάσεις για άλλου αναμνήσεις και τις βρέξεις με το λάστιχο·
Η υγρασία καταστρέφει ότι έζησες .


Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2016

αδιάβροχα


συννεφιάζει πιο πολύ 
τις μέρες, τις νύχτες, 
στις μικρές σιωπές ή στα μεγάλα γέλια μέσα
πάνε τα σύννεφα και κρύβονται 
τα ψάχνω κάτω από τραπέζια και κρεβάτια
κάτω από καναπέδες
μαζί με τη σκόνη που κοιμάται ανενόχλητη
τα σύννεφα γεμίζουν χαραμάδες 
που δεν υπήρχαν πριν
τα σύννεφα γεννάνε χαραμάδες
μόνο και μόνο για να έχουν κάτι να γεμίσουν.
λέω καλημέρα 
κι αυτά πάνε και σκεπάζουν τους ώμους μου
γίνονται βροχή και σκέψεις και αναμνήσεις
λίγο απ' όλα γίνονται 
και με ρωτάνε τι θα φάμε, τι θα πιούμε ,
τι θα ζήσουμε.
δεν έχω καταλάβει ακόμα 
με τι κριτήρια σε διαλέγει ένα σύννεφο να κάνει οικογένεια
ή με ποια εσύ αυτό
να κάνεις ουρανό.
αντί να αναρωτιέμαι, 
υποθέτω θα πρέπει με λιγότερες χαραμάδες να μάθω να ζω
ή με λιγότερη σκόνη
ή με περισσότερα σύννεφα
να εξαφανίζουν τις χαραμάδες του νου
κι όλα να γίνονται βροχή.
συννεφιάζει πιο πολύ
γιατί οι ουρανοί βαριούνται το γαλάζιο 
κι εγώ τους ουρανούς.
κάθε τόσο , 
μαζί με τις καλημέρες μου, 
ανοίγω τα παράθυρα μπας και το σκάσουν.
τις περισσότερες φορές φεύγουν 
κάνουν τη βόλτα τους κι επιστρέφουν,
τα ίδια, παρόμοια , ή με παρέα 
άλλες πάλι δεν έρχεται κανένα πίσω 
κι εγώ ακόμα και τότε αναρωτιέμαι τι λάθος έκανα 
και δε θέλουν να γυρίσουν πάλι κοντά μου.
στέκομαι στο περβάζι και τους φωνάζω
κοπιάστε να σας κεράσω κάτι
κοπάστε να σας κεράσω 
έχω κι εγώ δικές μου μπόρες ενδιαφέρουσες. 

Κυριακή, 10 Ιανουαρίου 2016

Τελεία


Μπερδεύομαι, μπερδεύομαι συχνά
δεν ξέρω αν μιλάω εγώ
ή οι φωνές που μέσα στο κεφάλι μου πλάθουν ιστορίες.
Πολλές φορές αναρωτιέμαι
σε ποιανού κεφάλι εγώ πλάθω μια ιστορία
κι ύστερα το ξεχνώ.
Όλα είναι πλασματικά, λέει ένας φίλος μου
ελπίζω αυτός να είναι υπαρκτός.
Όλα είναι προσποιητά,
φωνάζει πότε πότε κάτι μέσα μου
και ψάχνω να βρω πώς μπαίνει κανείς μέσα του.
Μπερδεύομαι, ακόμα το μέσα και το έξω δεν τα ξεχωρίζω καλά
τι πρέπει να λέω και τι ν' αποσιωπώ
στις πόσες φωτογραφίες που αναρτώ
καταπατώ ο ίδιος την ιδιωτικότητά μου
στις πόσες αναρτήσεις που γράφω
αυτολογοκρίνομαι.
Ρωτάω αλλά δεν κάθομαι να πάρω απάντηση.
Μας παίρνει το ρεύμα πρώτα.
Αλλάζουν οι χρονιές
χωρίς να καταλάβουμε αν αλλάξαμε μαζί τους.
Θα μπορούσα να γράφω και να μη βάζω τελεία,
αλλά είναι νύχτα
και οι τελείες τη νύχτα μου αρέσουν.
Τις παίρνω μαζί και τις βάζω κάτω από το μαξιλάρι.
Το πρωί που ξυπνώ, έχουν φύγει.
Κάπως έτσι, ατελής
σας λέω καλημέρα.

Κυριακή, 3 Ιανουαρίου 2016

Κουβέρτα

Συναντηθήκαμε στην ουρά. Κρατούσαμε ο καθένας από μία κουβέρτα. Ζεστή, διπλή, ανθρώπινη, τυλιγμένη σε σακούλες σκουπιδιών. Πιάσαμε την κουβέντα. Ήμουν αυτός. Φορούσα τσαλακωμένο πουκάμισο, κρατούσα στο άλλο μου χέρι τα κλειδιά μου, το κινητό μου το είχα στο αθόρυβο. Ήσουν αυτή. Κρατούσες τη μύτη σου, σε ενοχλούσαν οι μυρωδιές και βιαζόσουν να φύγεις.  Σε ρώτησα αν έρχεσαι συχνά. Μου είπες «μονάχα όταν έχω πολλές τύψεις». Αποφάσισα να σου δώσω μερικές από τις δικές μου, για να έρχεσαι συχνότερα.

Σταθήκαμε στην ουρά περιμένοντας να παραδώσουμε ο καθένας από μία κουβέρτα. Δε τη χρειαζόμουν, μου είπες. Σπίτι είναι ζεστά. Έχεις ανθρώπους; Σε ρώτησα. Έχω κουβέρτες, απάντησες. Κάπου εκεί γελάσαμε για λίγο κι ύστερα παύση. Από εκείνες τις αμήχανες, που εύχεσαι κάποιος τρίτος να έρθει ανάμεσα να σας χωρίσει. Δεν ήρθε κανείς, παρόλο που γύρω μας υπήρχαν τόσοι. Σε ρώτησα πώς σε λένε. Μου είπες πως δεν έχει σημασία. Ήθελα να σου πω πως προφανώς και έχει.

Η ουρά προχωρούσε. Είχα την πλάτη σου μπροστά μου κι εσύ πότε πότε γύριζες και έλεγες ότι θες να φύγεις. Σου έλεγα ‘’κοντεύουμε’’, χωρίς να ξέρω αν θέλω κάπου να φτάσουμε. Υποθέτω έπρεπε κάτι να πω. Σε ρώτησα αν θα πας κάπου τις γιορτές. Μου είπες δεν έχεις αποφασίσει. Για μένα δε ρωτούσες τίποτα. Ήθελα να σου πω ότι και σπίτι μου έχω κουβέρτες, πως δε δουλεύω και δε θα πάω πουθενά. Αντιθέτως, σιωπηλός ήρθα δίπλα σου, να προχωράμε μαζί την ουρά. Κοιτούσες πάνω από τον ώμο σου και το βλέμμα σου όπως πετούσε κατέληγε στο δικό μου.

Φτάσαμε κάποια στιγμή στην αρχή της ουράς. Μας είπαν ότι είχαν ήδη φέρει πολλές κουβέρτες κι αν έχουμε παλιά ρούχα ή άλλα αντικείμενα να φέρουμε. Αποφασίσαμε να αφήσουμε έστω τη μία και να ξαναπεράσει ο ένας από τους δύο μας. Φεύγοντας την κουβέρτα τη μοιραστήκαμε στα δύο.

*το παραπάνω κείμενο γράφτηκε για τις ανάγκες της εκπομπής της Όλγας Λασκαράτου στο radiofono.gr και αναγνώστηκε από τον γράφοντα την Τρίτη 29/12/2015