Σάββατο, 31 Αυγούστου 2019

αγεφύρωτα

 έδινες πάντα συμβουλές •
ταίριαζες πάντοτε τις λέξεις 
με τα βλέμματα και τις χειρονομίες, 
δε φταις εσύ , κοίτα μπροστά, 
θα είμαι πλάι σου , θα δεις, 
ο χρόνος θα σε φτιάξει.
έφτιαχνες γέφυρες κι αγκάλιαζες τα αγεφύρωτα, 
νερά κυλούσανε 
ποτάμια κάτω από τα πόδια σας, 
μα εσύ επέμενες πως στιβαρά θα μείνουν τα θεμέλια, 
δε θα τα σκάψει το νερό, 
κανείς δε θα τα σκάψει.
έδινες πάντα συμβουλές κι είχες το πάντα, 
το ποτέ, το δεν πειράζει, 
το κανείς, όπλα για τη φαρέτρα σου. 
ήταν αυτό που θέλαν από σένα, 
τις γέφυρες, τα όπλα, τα θεμέλια. 
και είχες πια γίνει αρχιτέκτονας,
 οι γέφυρες είχαν το όνομά σου,
 σ’ όλα τα μήκη, τις στιγμές, στων φίλων τις πληγές 
και στων γνωστών, στων συγγενών και στων περαστικών σου, 
χάριζες γέφυρες κι υποδομές που ύστερα θα ξεχνούσαν 
το χέρι το δικό σου ότι σχεδίασε. 
δεν ήταν άσχημο αυτό, ούτε κατακριτέο, 
δεν υποτίμησες ποτέ του αρχιτέκτονα τη δύναμη 
ούτε και την ευθύνη, 
όμως μία στο τόσο έμενες 
χωρίς ανθρώπους γύρω σου και καταλάβαινες 
ότι δεν έχτισες μια γέφυρα για σένα. 
όχι πως μακριά θα πήγαινες 
αλλά οι συμβουλές δεν είν´ σωστές αν δεν τις εφαρμόζεις. 


Παρασκευή, 12 Ιουλίου 2019

Βουτιά

πού είναι επιτέλους 
ρωτούσες πάλι και πάλι 
κι είχα στερέψει από απαντήσεις να σου δώσω 
έλεγα είμαστε κοντά , 
πως δεν αργούσε να φανεί.
εσύ δεν άκουγες καλά,
αρκούσε άκουγες κι αναρωτιόσουν 
τι άλλο πρέπει να του τάξω
λες κι είχε ανάγκη από τάματα ο ερχομός του.
στο τέλος κοιτούσες το παράθυρο 
στεκόσουν στις μύτες των ποδιών
-η θέα σε δυσκόλευε όλο και πιο πολύ 
λες και το παράθυρο ψήλωνε κι άλλαζε θέση 
όσο περνούσε η ώρα-
στα κομμάτια κι η θέα , έλεγες 
και βούλιαζες ξανά στην αγωνία σου.
εσύ δεν ανυπομονείς 
ρωτούσες δεύτερη φορά , μπορεί και τρίτη
δεν κουβαλάω ποτέ μαζί μου υπομονή 
σου έλεγα 
για να σε βλέπω να θυμώνεις 
κι ύστερα σου πέταγα κοχύλια 
-σε κάθε τσέπη είχα κάμποσα να σε ταΐζω- 
Άκου , σου έλεγα 
το καλοκαίρι ανοίγει προς τα μέσα 
κι ύστερα τά’ βαζες στ’ αφτιά σου πάνω 
άραγε γω τι θόρυβο να βγάζω 
αναρωτιόσουν 
κι έβαζα τα δικά μου αφτιά να καταλάβουν. 
κι εσύ σαν καλοκαίρι ακούγεσαι 
έλεγα ψέματα μπας και σε ηρεμούσα.
μα η αλήθεια είναι θόρυβο δεν άκουγα 
κι έψαχνα κάτι να πιαστώ όλο πιο έντονα . 
πού είναι επιτέλους 
ρωτούσα πάλι και πάλι 
κι είχα στερέψει από απαντήσεις να μου δώσω 
Για κοίτα πάλι απ’ το παράθυρο 
σου είπα άλλη μια φορά 
μα δεν το έφτανες 
στην οροφή είχε από ώρα φτάσει το παράθυρο 
και πώς να δεις τη θέα κατακόρυφα. 
Βουλιάξαμε 
μου είπες 
και δεν ήξερα 
αν πρέπει να γελάσω 
ή προς το φως να κολυμπήσω 
Δεν αγαπάω τις βουτιές , θα το θυμόμουν 
σου απάντησα
Και είχες στα χέρια σου μαζέψει
 όσα κοχύλια από ώρα σου πετούσα 
μα δεν χρειάζεται να αγαπήσεις τις βουτιές 
είν’ οι βουτιές 
εκείνες που αγαπάνε τους ανθρώπους , 
μου ‘ πες και μου’ δωσες όλα σου τα κοχύλια. 
Πάρε και πέτα τα ψηλά 
Να δεις ποιο καλοκαίρι θ’ αποδράσει. 

Παρασκευή, 24 Αυγούστου 2018

Τσέπες

συναντηθήκαμε στη μέση του δρόμου·  
γύριζες από περπάτημα,
γύριζα από διακοπές.
ανταλλάξαμε χειραψίες, βλέμματα,
κτυπήματα στην πλάτη. 
σου είπα για τα νησιά, 
μου είπες για τις φωτιές· 
κάπου ανάμεσα σε θαυμασμό και οίκτο σταθήκαμε 
Αμίλητοι, 
με τις σιωπές αυτές που ύστερα 
αναρωτιέσαι πώς γεννήθηκαν.
ο ένας κοίταζε τον ήλιο 
κι ο άλλος τις σκιές.
ύστερα χωριστήκαμε αναποφάσιστοι 
ποιανού η μάτια κουράστηκε. 
γυρίζοντας σκεφτόμουνα τα χέρια σου·
τα έβαλες για λίγο μες τις τσέπες 
κι ύστερα έτρεξαν και πάλι έξω, 
ίσως από αμηχανία , από συνήθεια, 
από ανάγκη... 
δύσκολο να μαντεύεις τις σκέψεις των χεριών.
έβλεπα όμως αμήχανα να κρέμονται, 
χωρίς να ξέρουν αν πρέπει κάτι ν’ ακολουθήσουν 
ή να πιαστούν. 
δεν είχε ίσως σημασία.
πριν κοιμηθώ, σου έστειλα λιγάκι 
από την άμμο των δικών μου διακοπών, 
σε μια φωτογραφία.
δε λερώνει, είπες, δυστυχώς.
θα ήθελες λιγάκι στα παπούτσια σου να είχες 
ή μέσα στις σελίδες των βιβλίων σου 
δεν ήξερα αν πρέπει να σου πω 
ότι γι’ αυτό τα χέρια μου δεν μπαίνουνε σε τσέπες, 
έχω γεμίσει όλες τις τσέπες μου με άμμο. 
ευτυχώς η ζωή δεν μπαγιατεύει, 
ανανεώνεται η σύμβαση με κάθε σου ψευδαίσθηση. 
μέχρι το επόμενο πρωί 
το είχα καταλάβει· 
ή τη σκιά θα βλέπεις ή τον ήλιο 
ακόμα κι αν παρίστανται κι οι δυο στα βήματα σου
εσύ διαλέγεις βλέμμα. 






Σάββατο, 21 Ιουλίου 2018

Ανακαίνιση

Ξηλώσαμε ντουλάπες , παράθυρα και πόρτες , 
τι έμεινε απ’ το σπίτι , 
με ρώτησες κι απάντησες :
Ένα κουφάρι  
Δεν είναι λίγο το κουφάρι σου’ πα · 
Άλλοι μ’ ένα κουφάρι ονειρεύονται 
Κι έτσι συνέχισα να ρίχνω στον ακάλυπτο τα μπάζα 
Ξύλα , καδρόνια έφευγαν 
Θόρυβο έκαναν πέφτοντας 
Κάποιοι διαλέγουν όταν πεθαίνουν θόρυβο να κάνουν και κάποιοι όσο ζουν 
Όταν δεν έμεινε τι άλλο να ξηλώσω, 
Στάθηκα για λίγο να θαυμάσω το νεκροταφείο 
Δεν έβλεπα πουθενά ονόματα , 
χρονολογίες ή λόγια συγγενών 
Μονάχα αποτυπώματα στα ξύλα φανταζόμουν 
Το σπίτι ήταν γεμάτο δακτυλιές 
Από ανθρώπους που το αγάπησαν 
το λέρωσαν ή από τύχη το άγγιξαν 
Τώρα θα συνεχίσει με λευκό 
το ποινικό μητρώο 
Να μαζεύει απ’ την αρχή αποτυπώματα. 
Δεν πρόλαβα καλά καλά να τον θαυμάσω 
Αυτό τον λόφο σκουπιδιών που ξεφορτώθηκα 
Κι αμέσως έπιασε βροχή 
Αδίκως προσπαθείς της είπα , 
Δεν παραγράφονται τα τόσα τους εγκλήματα 
Το μόνο που θα καταφέρεις 
Θα ‘ ναι να μοιάζουν τάχα λυπημένα 
Δεν έδωσε καθόλου σημασία
Συνέχισε να βρέχει και δεν είχα πια παράθυρα να κλείσω 
Να μην ακούω τη βροχή και να μη μπαίνει μέσα 
Άνοιξα το ραδιόφωνο 
Και άρχισα να τραγουδώ 
Η ανακαίνιση μου άνοιξε την όρεξη. 


Δευτέρα, 7 Αυγούστου 2017

Θερινά ηλιοστάσια ΙΙ : σφαίρες

Ποτίζαμε τα μωσαϊκά κάθε απόγευμα. 
Το λάστιχο την είχε τη ρουτίνα του· 
κάθε που έπεφτε ο ήλιος, αναλάμβανε 
να το δροσίσει και το πάτωμα και τις αυλές 
και τις ξυπόλυτές μας φτέρνες. 
Μουλιάζανε τα καλοκαίρια μας μ' αυτό το λάστιχο,
 χρόνια τώρα, 
εργάτης με δίχως απαιτήσεις. 
Πού και πού κάνα ξεμπέρδεμα, 
όταν σκούρα τα έβρισκε κι αυτό με τον εαυτό του ή όταν 
ο λαιμός κόμπιαζε και στάλα νερό δεν έτρεχε. 
Ποτίζαμε τα μωσαϊκά και τα βλέπαμε να στραφταλίζουν· 
Ήλιο δεν είχαν πλέον
να δει τις φαγωμάρες, τις φθορές , 
τα χρώματα που έχασαν τη λάμψη τους · 
μόνο του ίδιου του νερού τη λάμψη έτρωγαν,  
με ίδια κάθε μέρα απληστία 
γνωρίζοντας ότι και αύριο θα επιστρέψει . 

Οι φτέρνες είχαν χάσει τη χαρά αυτή· 
αίσθηση δεν τους έκανε 
νερό , μωσαϊκό , 
είχαν δικές τους έγνοιες να φροντίσουν. 
Πού και πού 
σκουντούσε η μία την άλλη , σαν ένδειξη αλληλεγγύης 
ή σαν παραίτησης. 
Είμαι κοντά σου, έλεγαν 
μ' όλες τις φαγωμάρες μου. 
Απάντηση καμιά δεν έπαιρνε,
ούτε παπούτσι καταδεχόταν να φορέσει. 
Γυμνά τα καλοκαίρια γέρναγαν 
και με το δέρμα τους μονολογούσαν: 
Δε φταις νερό που δε σε νιώθω , δε φταις μωσαϊκό, 
μονάχα εγώ έχω το φταίξιμο 
που έκατσα πολύ κοντά στον ήλιο
ή κάπου που' μοιαζε σε θέρμη με τη σφαίρα του. 
Η μόνη τους διασκέδαση 
να βλέπουν κάθε μέρα να υποκρίνεται το ίδιο το μωσαϊκό 
πως τάχα κορακιάζει , 
κι αυτές μειδίαζαν μ' αυτή την έπαρση 
που νιώθει όποιος δε δίψασε.