Δευτέρα, 10 Ιουλίου 2017

Θερινά ηλιοστάσια I : άξονες

Το τραπέζι γέμισε ποτήρια · 
Έβαλε νερά, πολλά νερά, 
το δωμάτιο γέμισε ποτήρια νερά 
κι ύστερα το πάτωμα , οι αυλές, τα μπαλκόνια , 
η ταράτσα γέμισε ποτήρια νερά 
- κανένας δεν μπορούσε να απλώσει ρούχα , 
να τινάξει ή να σκεφτεί να βγει απ' το διαμέρισμα - 
παντού ποτήρια και σταγόνες μαζεμένες , 
φοβόσουν μην πατήσεις πάνω σε ξένους κόπους . 
Δεν είχε σημασία αν το νερό ήταν ζεστό ή κρύο ή χλιαρό 
ήταν νερό , σαν όλα τ' άλλα · 
Αν είχε νόημα να είναι κάτι σαν τ' άλλα όμοιο . 
Ήταν νερό, που δε μιλούσε 
που δε σου μύριζε , δεν έφευγε 
που από μόνο του δεν το κουνούσε ρούπι , 
στη θέση του στεκόταν και σε άκουγε . 
Τι φταίει άραγε κι αυτό , 
ποτήρι πράμα, 
που δεν του έδινε κανένας σημασία . 
Φιλοσοφούσε τη ζωή του και σκεφτόταν 
πόσα νερά άδικα χάμω χύθηκαν 
και πόσα έγιναν ατμός 
πριν ξεδιψάσουν κάποιον . 
Δε φταίει ποτέ ένα ποτήρι που δεν το ´πιασε
αυτός που ήταν διψασμένος , 
ούτε κι ο διψασμένος που δεν ήξερε 
πόσα ποτήρια αλήθεια του αναλογούν. 
Αυτός που γέμισε ποτήρια φταίει. 
Που γέμιζε ποτήρια 
χωρίς να υπολογίσει την απόσταση που είχε κάποιος να διασχίσει · 
Γιατί 'ναι άλλο να διψάς 
και άλλο για ποτήρι να κοπιάζεις. 

λεπτομέρεια από έργο του Χρήστου Μποκόρου