Παρασκευή 24 Αυγούστου 2018

Τσέπες

συναντηθήκαμε στη μέση του δρόμου·  
γύριζες από περπάτημα,
γύριζα από διακοπές.
ανταλλάξαμε χειραψίες, βλέμματα,
κτυπήματα στην πλάτη. 
σου είπα για τα νησιά, 
μου είπες για τις φωτιές· 
κάπου ανάμεσα σε θαυμασμό και οίκτο σταθήκαμε 
Αμίλητοι, 
με τις σιωπές αυτές που ύστερα 
αναρωτιέσαι πώς γεννήθηκαν.
ο ένας κοίταζε τον ήλιο 
κι ο άλλος τις σκιές.
ύστερα χωριστήκαμε αναποφάσιστοι 
ποιανού η μάτια κουράστηκε. 
γυρίζοντας σκεφτόμουνα τα χέρια σου·
τα έβαλες για λίγο μες τις τσέπες 
κι ύστερα έτρεξαν και πάλι έξω, 
ίσως από αμηχανία , από συνήθεια, 
από ανάγκη... 
δύσκολο να μαντεύεις τις σκέψεις των χεριών.
έβλεπα όμως αμήχανα να κρέμονται, 
χωρίς να ξέρουν αν πρέπει κάτι ν’ ακολουθήσουν 
ή να πιαστούν. 
δεν είχε ίσως σημασία.
πριν κοιμηθώ, σου έστειλα λιγάκι 
από την άμμο των δικών μου διακοπών, 
σε μια φωτογραφία.
δε λερώνει, είπες, δυστυχώς.
θα ήθελες λιγάκι στα παπούτσια σου να είχες 
ή μέσα στις σελίδες των βιβλίων σου 
δεν ήξερα αν πρέπει να σου πω 
ότι γι’ αυτό τα χέρια μου δεν μπαίνουνε σε τσέπες, 
έχω γεμίσει όλες τις τσέπες μου με άμμο. 
ευτυχώς η ζωή δεν μπαγιατεύει, 
ανανεώνεται η σύμβαση με κάθε σου ψευδαίσθηση. 
μέχρι το επόμενο πρωί 
το είχα καταλάβει· 
ή τη σκιά θα βλέπεις ή τον ήλιο 
ακόμα κι αν παρίστανται κι οι δυο στα βήματα σου
εσύ διαλέγεις βλέμμα.