Κυριακή 27 Νοεμβρίου 2011

Tenebrae profundissimae

Τεντώνω το χέρι κι ανοίγω τα φώτα κι ένα σκοτάδι πάει και κρύβεται πίσω απ'τις κουρτίνες μου
πίσω από σώματα καλοριφέρ και κάτω από έπιπλα.
Οι ραφές του όμως ξεπροβάλλουν,
χρατς να του κάνω και θα γεμίσει το παρκέ πίσσα με αστέρια
φέτα σκοτάδι , ανάμεσα στο σώμα το θερμαντικό , να το κάψω να ζεστάνω τα μάτια τα κλειστά μου
και ξύλο να κτυπώ να μη φανεί πριν σκεπαστώ .
Είναι νύχτα ή εγώ μέρα και σηκώνομαι από το στρώμα.
Είναι σκοτάδι κι εγώ μισοσκότεινος να το αγνοώ.
Κι ας μη συναντιόμαστε συχνά, για μένα τίποτα δεν του ξεφεύγει.
Τεντώνω το χέρι κι ανοίγω τα φώτα.
Ο διακόπτης είναι η πρώτη χειροπιαστή απόδειξη ότι ξύπνησα.
Θυμάμαι πως έσφιγγα τα βλέφαρα πιστεύοντας θα φύγει έτσι το σκοτάδι.
Δε βρίσκω το διακόπτη. Τεντώνω το χέρι κι ας μπορούσα με κάθε δάκτυλο ξεχωριστά να επαναφέρω τη στιγμή που ο μεγαλοδύναμος είπε το εγένετο φως .
Ονειρεύομαι πώς είμαι μεγάλος.
Πως ζω μια άλλη ενηλικίωση,
με άλλα χέρια και άλλα πόδια να με έφεραν στο τώρα
κι εγώ να χοροπηδάω πάνω στο κρεβάτι με τη γλώσσα έξω.
Ξαφνικά δεν έχω χέρια
είτε τα χέρια μου δεν είναι αρκετά για τόση ανάγκη.
Έχω ακόμα όμως τη μνήμη.
Ονειρεύομαι για να ξυπνήσω κάποια μνήμη.
Ο χρόνος δε μου φτάνει.
Θέλω κι άλλη μνήμη.
Πώς ήμουν όταν περπάτησα , πώς όταν μίλησα,
τι είπα πρώτο ή τι πρώτο με είπε.
Θα λάτρευα όποιον μου εκμυστηρευόταν
μια φέτα από το σκοτάδι που κρύβει η παιδική μου ηλικία.
Για παιδικό παιχνίδι ετοιμάζομαι.
Σβήνω τα φώτα.
Να κρυφτώ. Να σκεπαστώ. Να καταπιώ.
Στο σκοτάδι το κρυφτό μου πλεονάζει.
Ίσως να πρέπει να κάνω τη διαφορά να μου φανερωθώ.
Και δίχως χέρια.
Φέγγει μόνο ένα χαμόγελο.
Τίποτα πιο διαυγές από ένα χαμόγελο τη νύχτα.

Τρίτη 22 Νοεμβρίου 2011

μικρά αντίο ( Ι )

θα δέσω τις πράξεις μου απ'τα μαλλιά 
και θα τις σύρω από δωμάτιο σε δωμάτιο
θα καταφέρω έτσι ένα γερό σφουγγάρισμα στο σπίτι 
κι ένα καλό τους ταρακούνημα - 
ούτως ή άλλως ένα πλύσιμο το θέλουν 
πριν αποχωριστώ αυτούς τους τοίχους 


Παρασκευή 4 Νοεμβρίου 2011

Σπηλιές *

ΣιωΠηλιά

Ακροβατώντας οι σιωπές μας γίνονται μήνας,
μέρες θολές που συναντάμε χείλη κλειστά,
μάτια που αδιάφορα κοιτούν τους λεπτοδείκτες...
Παίρνουν γιγάντια μορφή μιας νέας πείνας
που δε χορταίνουν άλλο οι άνθρωποι,
που όλοι στο ανίκανο και στο ανικανοποίητο στέκουν.

Τα δάκρυα πάψαν να γεννιούνται
όταν κατόρθωσε ο νους να τη στεγνώσει την πηγή
και να γελάσει στης εξέλιξης τη φόρα.
Πώς κατορθώσαμε μπροστά να βρούμε πάλι τις σπηλιές;
Με μουγκρητά αντί για λέξεις φτάσαμε πλέον να μιλάμε
κι αντί για αγάπη να σκαλίζουμε τους τοίχους.

Κι εκεί οι μήνες σαν νυχιές στης γης την πλάτη
που ανταλλάσσουμε βουβά αυτούς τους στίχους.


* το παραπάνω όπως τυπώθηκε/δημοσιεύτηκε στο Ποιητικό Ημερολόγιο των εκδόσεων Ιωλκός για την 4η Νοεμβρίου 2011

Δευτέρα 31 Οκτωβρίου 2011

Πατριδούλες

Ποτέ δεν ήταν το παρόν μας τόσο αιχμηρό 
για τη δική μου τη γενιά ένα παρόν είναι μια λέξη που δεν πιάνεται
είναι λεπίδα 
εκεί που κάθε ελπίδα αναγραμματίστηκε,
εκσυγχρονισμό τον λένε αυτό  αλλά προς παρελθόν κοιτώντας
όπως να έπιασε ευχή και σαν κατάρα μοιάζει αυτό που λέγαν πάντα οι παλιότεροι ''δε ζήσατε εσείς σαν τις δικές μας κακουχίες''.
Χρειάζεται χέρια πιο σκληρά να έχεις τώρα, πιο δυνατά, που να μη λιώνουν στο παρόν
αλλά να λιώνουν την πέτρα πριν την πετάξουν κατά μέτωπον. 
Για να αγγίξεις ένα μέλλον δε θες χέρια, μονάχα φαντασία 
είναι τόσο άπιαστο όσο ποτέ κι αυτό.
Είναι τα πάντα γύρω μου ανάμεικτες εικόνες,
κι όχι δε ζω στον κόσμο μου, κανένα σύννεφο εφικτό να με κρατήσει από το βάρος 
τόσα χαμόγελα και μάτια θλιμμένα , κρυμμένα στο φόβο που μας κέρασαν με ζόρι
ή κι αγριεμένα που θέλουν απαντήσεις
εδώ , αλλού, αλλά τις θέλουν.
Ένα πρωινό θα ξυπνήσουμε και θα έχουν αδειάσει οι παρέες μας ,
θα'χουν αδειάσει τα σπίτια μας, 
θα έχουν αδειάσει οι ματιές μας 
από ανθρώπους που αναζητούν και δε βρίσκουν
φεύγουν γιατί δεν είναι κάτι ικανό να τους κρατήσει
πιο σωστά, τους διώχνει η πατρίδα
η πατριδούλα του καθένα που δεν αφορά άλλον γύρω του.
Η δική μου είναι παιδιά που συναντώ κάθε μου μέρα και που σε τίποτα δε φταίνε, 
είναι οι ώρες της δουλειάς που δεν πληρώνονται σωστά κατά τη γνώμη μου,
αλλά τις αγαπώ γιατί η δουλειά μου με αγαπά όσο κι εγώ,
είναι η θάλασσα κοντά μου στο διαμέρισμα 
κι ο ήλιος τα χαράματα να με ξυπνά,
ψευδαίσθηση ότι δεν έχω όρια,
είναι οι φίλοι μου που χρόνο κλέβουμε για ένα καφέ,
να μοιραστούμε τα έξοδα, τα σπασμένα και τα γέλια μας
είναι γονείς , είναι αδέρφια, είναι ταξίδια, είναι χρέη, είναι παράπονα,
είναι σκουπίδια μέχρι τον πρώτο όροφο να φτάνουν,
πορείες κι απεργίες,
μια αγανάκτηση
κι ένα παράπονο να ντρέπομαι να είμαι υπάλληλος δημόσιος
κι ας είναι ιδιωτικό αυτό που σπούδασα
κι ας είναι ιδιωτικό αυτό που μοιραζόμαστε στην τάξη.
Δεν έχει τέλος η λίστα του καθενός, 
δεν έχουν τέλος οι πατριδούλες μας.
Μια ερώτηση μπορώ μόνο να κάνω 


κι αν όλες οι μικρές μας πατριδούλες ενωθούν, 

θα φτιάξουν μια σωστή για μας τάχα πατρίδα; 




Κυριακή 30 Οκτωβρίου 2011

fake/book

Υπάρχουν άνθρωποι και άνθρωποι 
τους ξέρεις όλους 
ή τους φαντάζεσαι, τους έχεις υποθέσει ή κάπως αποφύγει,
γνωστοί μέσα στους τόσους τους γνωστούς για ένα ολόδικό τους ύφος
για το μπλαζέ τους ή για το δήθεν, 
για κάποιο δήθεν αρτιστίκ ή περισπούδαστο ,
για μια απλή κι ειλικρινή τους καλημέρα ή μια αγωνία στη ματιά τους να βαραίνει,
για το προσόν που είναι εδώ να σου πουλήσουν ή για τις ρίζες που αναπτύσσουν παρασιτώντας 
και ανταλλάσσοντας τα like τους σε μιαν οθόνη πάνω.
Υπάρχουν άνθρωποι πιο μόνοι κι από βράχια
είτε τραγούδια αναπαράγουν 
είτε με φράσεις στερεότυπες 
σου κάνουν πάσα μέσα στην τόση μονότονη ασχήμια 
ένα χρώμα 
που ξεβάφει.

Όμως : 

'' Δε φτάνει να εκθέτεις τον εαυτό σου σε ένα δίκτυο/
πρέπει το δίχτυ να αντέχει τόσα χέρια που το ψηλαφίζουν/
κι αν έχεις κάτι τόσο υπαρκτό να μοιραστείς/
κι αν είναι δα το φρόνημά σου τόσο υψηλό που να νομίζεις έχει αξία να το πεις εδώ/
να το θαυμάσουν/
να το κοιτάξουν/
να το επαινέσουν ή να το λοιδορήσουν/
να το δείξουν με το δάκτυλο και να σου πουν ένα ''πόσο υπέροχα τα λες''/
''πόσο σπουδαία''/
να νιώσεις ότι οι σταγόνες που ίδρωσες πάνω από τα πλήκτρα με τις ώρες/
με τις μέρες/ με τους μήνες/
τα έγχρωμα κι ασπρόμαυρα ενσταντανέ που επεξεργάστηκες με φίλτρα/
και γυρίζοντας τόπους και τόπους και τα έδειξες θέλοντας λίγο να σου πουν ''πόσο ωραία τα περνάς και πόσο ζάχαρη θε να 'ναι η ζωή σου/
να ψηλαφίσουν/να ψηλαφίσουν/να ψηλαφίσουν/
κι ύστερα πάλι να το αφήσουν ανεπηρέαστο το παρόν σου και το μέλλον σου/
και να γυρίσεις το κεφάλι 
να δεις αν έχεις άνθρωπο δίπλα να σε κοιτά ή στην οθόνη εξίσου κι αυτός εκθέτει/
και μέχρι όλα αυτά να αισθανθείς/
παίχτο και κάποιος που τη ζωή τη σπούδασε/
τα λάθη τα αρνήθηκε για αυτό και ξέρει φράσεις να σου πει διδακτικές/
ή περιπαικτικές/
κομπλεξικές 
ή τόσο μέσα του κτισμένες/
κι αν ό,τι γράφω είναι απλός ή σύνθετος μου παραλογισμός 
μην κάνεις like/επιδεικτικά ζήσε κάτι καλύτερο/
μα σε παρακαλώ/ζήσε κάτι έξω που να μην είναι εικονικό/
που να μην έχει κάτι ψηφιοποιημένο/
ας είναι κάτι με κουκούτσι κι ας λερώσεις/
ας είναι κάτι που πονά κι όχι τα δάκτυλά σου μόνο/
πόσο μονότονη φαντάζει εδώ μέσα η παρέα σας/ας είναι.''


*το κείμενο σε εισαγωγικά προέρχεται από το δικό μου ψηφιοποιημένο τοίχο
όπου σε μέρες κίβδηλες παραλογίζομαι.
Αφιερώνω λοιπόν στις δικές μου ώρες στα πλήκτρα και στους φίλους που όλα τα μοιράζονται