Σάββατο, 30 Μαρτίου 2013

σιγουριά σαββάτου ( 12 )

ότι τα ψέματα δεν έχουν ανάγκη αντιμετώπισης μέρας ξεχωριστής, είναι όμως πρόθυμα να παίξουν το παιχνίδι μας και να καμώνονται πως μόνο τις πρωταπριλιές γεννιούνται. και καθώς τα πάντα γύρω μας ισόπεδα σωριάζονται, ο έρωτας αναδεικνύεται το πιο τρανό, πρωταπριλιάτικο αστείο. που το μαντεύεις και το συνοδεύεις,ακούγοντας κομμάτια όπως τα:

Ryan Gosling - You always Hurt the ones you love / Χάρις Αλεξίου - Το ψέμα / Florence & the machine - I'm not calling you a liar / The Pierces - It will not be forgotten / The Clash -Should i stay or should i go / Alice Gold - Runaway Love / Vassilikos - If you go away / Harry Nilsson - Without you / Patti Smith - April Fool / Emeli Sandi - Clown / Queen - You don't fool me / Adele - Rolling in the deep / Billie Holiday - I'm a fool to want you / Μελίνα Μερκούρη - Χάρτινο το Φεγγαράκι / David Bowie - The stars (are out tonight) / Michael Buble - Cry me a river / Peggy Lee - Why don't you do right / Melody Gardot - Who will comfort me / Eminem ft. Rihanna - Love the way you lie / Damien Rice - Fuck You / Marina & the Diamonds - Lies / Κωστής Μαραβέγιας - Δεν με πείθεις / Etta James - Seven days fool / Regina Spektor - Don't leave me (Ne me quitte pas) / Ελένη Δήμου - Δεν πιστεύω / Jack White - Love is blindness / Dido -  Day before we went to war / The Irrepressibles - In this shirt

Bonus Track : το σημερινό μας ψέμα σε μορφή podcast για αποστήθιση


Το επόμενο ραντεβού είναι ήδη πιο κοντά / Σάββατο 06/04
sUre AbOuT Now / cLiparTradIO.gr / 18.00 - 20.00

Πέμπτη, 28 Μαρτίου 2013

Θερμοκρασία Δωματίου : Αλίκη *

Κι ύστερα η Αλίκη έπεσε στην κουνελότρυπα. Κι έπεφτε, έπεφτε, έπεφτε και σίγουρη ένιωθε πως δε θα πιάσει ποτέ πάτο, έτσι που γρήγορα κατέβαινε σε έναν κόσμο στροβιλισμένο, που δε βρίσκει στέρεο έδαφος και που δεν έχει πρόγραμμα στεγνώματος, ούτε καν κύριας πλύσης, μόνο στην πρόπλυση ξανά και ξανά μένει το μηχάνημα και στροβιλίζει τα ρούχα, ούτε που καν τα μαλακώνει, είναι με κρύο νερό που βάζεις γρήγορα την πλύση και ούτε ίχνος μυρωδιάς δε φεύγει κι έχουν μια τσίκνα τα ρούχα, τσάμπα το απορρυπαντικό που χάλασες, για να μην πω για το νερό που θα το πεις νεράκι, αν συνεχίσεις να το σπαταλάς και για το ρεύμα που πάνω απ'το κεφάλι σου καραδοκεί για να στο πάρει , καθώς η βασίλισσα παίρνει κεφάλια σήμερα, όπως και κάθε μέρα, γιατί παίζοντας κρίκετ κάποιοι μπαίνουν στον δρόμο της και πώς να το'βρει το σημάδι.

Κι ύστερα η Αλίκη έπεσε. Και βγήκε και περπάτησε στον κόσμο αυτόν τον μικρό, τον μέγα, που Ελύτη γέννησε κι αλήτη επέλεξε, τον κόσμο τον λογικό με τους γάτους του Τσεσάιρ, τους κασιδιάρηδες, που αθωώνονται στα δικαστήρια, γιατί έχουν καλά πια διδαχθεί την τέχνη της εξαφάνισης, δε μένει πίσω ίχνος από έγκλημα, δεν έχουν άλλωστε πατούσες τέτοιοι γάτοι, έχουν το σώμα τους καιρό πια ξεπουλήσει, ένα κεφάλι αναβοσβήνει στο σκοτάδι, όλα τα βλέπει, κρύβεται, γελά κι αφήνει ένα χαμόγελο ένοχο να ξεθωριάζει. Θέλει ο γάτος να κρυφτεί και η χαρά δεν τον αφήνει. Και περπατώντας η Αλίκη, μικραίνει και μεγαλώνει. Και νιώθει ανόητη που ένα σώμα δεν μπορεί να φέρει βόλτα κι αυτό πεινά και πόσο πια να το ταΐζει παραμύθια. Τη νιώθεις και τη συμπονάς. Ε και λοιπόν, θα μου το πεις. Ε και λοιπόν, θα σου το πω.

Κι ύστερα η Αλίκη για να φάει δε θα βρει εύκολα, μονάχα τσάι θα την κεράσει ο Μαρτιάτικος Λαγός και παντεσπάνι, σ'ένα τραπέζι που, προτού πεινάσουν όσοι κάθονται, αλλάζουν θέσεις κι έτσι ξεγελούν την πείνα τους κι έρχεται η τσίκνα διπλανή και αδιάκριτη να μπαίνει στα ρουθούνια τους. Κάποια Μαρία Αντουανέτα ελαφρόμυαλη φωνάζει με φωνή όλο ειρωνεία ''αφού δεν έχει ο λαός ψωμί, ας φάει άλογο'', όμως η Αλίκη προτιμά να μην το ξέρει, κι ας νιώθει μέσα της μια θλίψη παιδική για όλα τα πόνι τα μικρά που είχε κι έπαιζε, για όλα τα άλογα τα πράσινα που της τα έταζαν, μα δεν τα έβλεπε μπροστά της να καλπάζουν, μόνο μια γεύση χλιμιντρίσματος στα χείλη έφτανε. Και με τα άλογα και τα παράλογα θα συνεχίσει η Αλίκη να πορεύεται. Και με την τσίκνα που προέλευση  δεν έχει από κρέατα. Δεν έχει νόημα εξάλλου η τσικνοημέρα σε μία χώρα που νηστεία δε γνωρίζει τι σημαίνει ή που νηστεία όλο το χρόνο επωμίζεται. Κι αυτό το ξέρουνε καλά, τόσες χιλιάδες σουβλατζίδικα που χτίζονται στη Χώρα των Θαυμάτων.

Κι ύστερα η Αλίκη θα συναντήσει τους φρουρούς, βαλέδες, ρηγάδες, φιγούρες απλές, που βία ασκούν και μέρες ανοιξιάτικες ή φθινοπωρινές δε λογαριάζουν, που η παγκόσμια κατά της βίας μέρα τίποτα δεν τους λέει, εξάλλου δε χωρούν αυτιά στα τραπουλόχαρτα, δεν έχουν χώρο αρκετό να τα στηρίξουν. Τσίκνα κι εκεί, σ'ανθρώπων έργα, πολλά τραγούδια, πολλοί χοροί, πολλά τα φώτα, όμως η τσίκνα όλα τα βλέπει, όλα τα σκεπάζει, πανταχού παρούσα και τα πάντα πληρούσα. Και αν η μύτη σου δεν έχασε ακόμα την οσμή της, θα σε πνίξει. Και οι Τρελοκαπελάδες θα σε συνεφέρουν, μόνο και μόνο για να σε κάνουν δικό τους, να σε μυήσουν στο παράλογο, το αναίτιο, το παράξενο. Και θα σου τραγουδούν, μέχρι να καταφέρουν το δικό τους να περάσει:

«Θα μπεις ή όχι, θα μπεις ή όχι, θα μπεις ή όχι στον χορό; 
Θα μπεις ή όχι, θα μπεις ή όχι, θα μπεις λοιπόν να σε χαρώ; » *

Κι ύστερα η Αλίκη θα νιώσει γυναίκα, θα πει στον εαυτό της Χρόνια καλά, θα ανταλλάξει ευχές, φιλοφρονήσεις και κραγιόν μ'άλλες χαμένες ηρωίδες και θα ξυπνήσει πριν το χάσει το κεφάλι της, στα πόδια ξαπλωμένη ενός δέντρου. Και θα γυρέψει απ'την αρχή την κουνελότρυπα, είναι εθισμένη πια από τη Χώρα των Θαυμάτων, από την τσίκνα που ποτίζει τα όνειρά της. Αν κάπου μέσα της υπάρχει κάτι άκαπνο, είναι η φαντασία της. Κι αυτή Η Αλίκη στη χώρα των Θαυμάτων, είναι ο σύγρονος δικός μας Κεμάλ. Που πέφτει συνεχώς στην κουνελότρυπα, καθώς ο κόσμος αυτός δε θ'αλλάξει ποτέ. Αντιλαμβάνεται, μα πώς ν'αλλάξει παραμύθι. Αν συναντούσε πουθενά τον κάποτε δικό μας, τον Ελύτη, μαζί θ'αναφωνούσανε : ''Θεέ μου τι τσίκνα ξοδεύεις για να μη σε βλέπουμε''.

Ε και λοιπόν, θα μου το πεις. Ε και λοιπόν, θα σου το πω.

* μετάφραση Παυλίνα Παμπούδη, ''Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων'', εκδόσεις Printa, 2009

αυτούσιο το κείμενο,όπως δημοσιεύτηκε στις 9 Μαρτίου στην περιοδική έκδοση στοχασμού http://www.intellectum.org . Πρόκειται για το έβδομο μιας σειράς άρθρων στη στήλη μου ''Θερμοκρασία Δωματίου''  που με αγάπη φιλοξενείται στον πολύ αξιόλογο διαδικτυακό αυτό τόπο.

Σάββατο, 23 Μαρτίου 2013

σιγουριά σαββάτου ( 11 )

ότι και να χαθεί μια σιγουριά, δε χάθηκε κι ο κόσμος. έτσι, μια εκπομπή λιγότερη, αυτή που το προηγούμενο σάββατο πήρε το κύμα, και μια επανάσταση περισσότερη, αυτή που δεν ξεκινάμε ποτέ, αλλά που θέλουμε να μνημονεύουμε.Ακούγοντας μουσικές για νέα ξεκινήματα κι αρχές, όπως τα παρακάτω, που έπαιξαν απόψε :

Μάνος Χατζιδάκις - Πάροδος (Όρνιθες) / Alex Clare -Relax my Beloved / Dido - Let us move on / Doves - There goes the Fear / Florence & the Machine - No light No light / Hurts - Miracle / Διονύσης Σαββόπουλος - Σαν τον καραγκιόζη /  One Republic - Feel again / Chris Garneau - Between the Bars / Mary Poppins ost - Supercalifragilistic- expialidocious / Marietta Fafouti - Kookoobadi / Ben E. King - Stand by me / The Divine Comedy - Party Fears Two /  Σωκράτης Μάλαμας - Διάφανος / The Artist ost - Peppy & George / Mika - Relax (Take it easy) / Aerosmith - Dream On / Grease ost - We go Together / Les Miserables ost - At the end of the Day / Μαρίζα Ρίζου - Μια άλλη ευτυχία / Asaf Avidn - Love it or leave it / Ορφέας Περίδης - Εθνικό έλλειμμα / John Legend - Who did that to you / Birdy - Young Blood / Scorpions - Wind of change / Jessie Ware - Wildest Moments / Μανώλης Φάμελλος - Ευτυχία είναι αυτό / Of Monsters and Men - Dirty Paws

Bonus track: το σημερινό podcast, ως ιδανικό σε μια παρέλαση που ποτέ δε συνηθίσαμε το βήμα.

το επόμενο ραντεβού είναι ήδη πιο κοντά / Σάββατο 30/03
Sure AboUt nOw / cLipaRtrAdio.gr / 18.00 - 20.00  


Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2013

Θερμοκρασία δωματίου: Φλόγες*

Υπήρχε κάποτε μια εποχή που τα γενέθλια είχανε λόγο ύπαρξης. Μαζεύονταν φίλοι απ'το σχολείο, απ'το φροντιστήριο, απ'τη διπλανή τάξη και το διπλανό θρανίο και σου έφερναν δώρα που ποτέ δε χρησιμοποιούσες, μια κορνίζα, ένα ημερολόγιο, αλλά που τα χαιρόσουν ως κίνηση και μαζί με σένα χαιρόταν κι η μητέρα σου που έβλεπε ότι και κοινωνικός είσαι και ξέρεις να συγχρωτίζεσαι και τη Δευτέρα στο σχολείο θα περιγράψεις στην κυρία ότι το πάρτυ σου ήτανε σούπερ, ήτανε σούπερ κυρία γιατί παίξαμε κυρία, γιατί σβήσαμε τα φώτα κυρία, φάγαμε πίτσα κυρία και ήπιαμε ανάμεικτη κόκα κόλα με πορτοκαλάδα και μέσα πετάγαμε φουντούνια κυρία, έτσι για πλάκα. Και τα κορίτσια που ήρθαν κυρία ήταν ξενέρωτα, κάθισαν στον καναπέ και μας κοιτούσαν, όσο εμείς κυνηγιόμαστε με τα σπαθιά κυρία.

Υπήρχε κάποτε εποχή που τα γενέθλια είχανε λόγο ύπαρξης, γιατί δεν περίμενες τίποτα από αυτά. Ζούσες τις μέρες που δεν είχαν στόχους, γιατί δεν ήξερες στόχοι τι σημαίνουν. Ήσουν ακόμα πιτσιρίκος και μόνο κεριά μέτραγες με χαρά να πολλαπλασιάζονται στην τούρτα. Πρώτα σβήναμε τα φώτα. Ύστερα ανάβαμε τα κεριά. Δεν είχε σημασία τι κεριά. Μεγάλα, μικρά, πολύχρωμα, με τη μορφή αριθμών, από αυτά που τα φύσαγες και δεν έσβηναν και έκανες ευχές όσο φυσούσες και δεν έσβηναν και ζοριζόσουν γιατί μπροστά σε φίλους σου έπρεπε να φανείς και λίγο μάγκας και φύσαγες και δεν έσβηναν, μέχρι που έσβηναν. Τα κεριά λίγη σημασία έχουν, η ποσότητα και η ανταμοιβή τους είναι αμελητέα. Οι ευχές τους έχουν σημασία. Που τις φυσάς και δε σβήνουν. Οι ευχές πάντα παραμένουν ευχές.

Δεν ήμουν ποτέ φανατικός των πάρτυ γενεθλίων, ειδικά αυτών που προορίζονταν για μένα. Δεν έβρισκα τον λόγο να σταθώ στο κέντρο μπροστά από ένα γλυκό που πυρπολούμε μέχρι να καταπιούμε. Κυρίως γιατί δε σκεφτόμουν εύκολα ευχές. Είχε χαλάσει ο αναπτήρας τους και δεν ανάβανε ή δεν ήθελα να τις δω να σβήνουν. Κι όσο τα χρόνια δε στις φέρνουν ολοζώντανες, οι τούρτες είναι μονάχα η παρηγοριά στον άρρωστο. Μου άρεσαν όμως πάντα τα κεριά. Όχι ο αριθμός τους, όσα και να βάλεις τίποτα δεν αλλάζει, ούτε αλλοιώνεται, ούτε τρομάζει. Μονάχα βαραίνει. Επιβάλλεται ο αριθμός στη συνείδησή σου που μεγαλώνει και που βλέπει τις φλόγες να σιγοψήνει τα όνειρά σου. Υπήρχε η εποχή που πέταγες πιο εύκολα κέρματα στη λίμνη των ονείρων σου. Τώρα τα κέρματα λιγόστεψαν, μας τα πήραν απ'τις τσέπες και η ανάγκη σου να ευχηθείς είναι ανέξοδη, πιο φειδωλή και πιο προστατευμένη. Εύχεσαι το αύριο να σε έχει υγιή, χαρούμενο και σίγουρο για κάτι.Χαιρόμουν όμως πάντα για τη ζεστασιά τους. Των κεριών η ζεστασιά είναι μια δόση τόση δα αφύπνισης.

Η άνοιξη μπαίνει μια πρώτη Μαρτίου, τυχαίνει μια πρώτη Μαρτίου να γεννήθηκα, και μαζί μου η ανάγκη του φωτός. Μέσα σε όλη αυτή την καταχνιά γύρω μου, ανάβω κεριά σ'ολόκληρο το σπίτι, γίνεται φωταγωγημένη εκκλησία και μέσα του ο Θεός που προσκυνώ, τον λέω αγάπη, τον λέω φιλία, τον λέω οικογένεια ή σκύλο που έρχεται και κουρνιάζει στα πόδια μου όσο πληκτρολογώ τις λέξεις στην οθόνη, σαν να μου λέει ''φτάνει όσο έγραψες, άσε με εμένα τώρα να σου πω μια ιστορία''. Και μου λέει τις ιστορίες του. Όπως θα καταλάβαινε ένας σκύλος την ασπρόμαυρη ζωή μας. Δεν είναι που οι σκύλοι βλέπουν ασπρόμαυρα, είναι που από εμάς λείπει το χρώμα. Οι φλόγες έχουν σβήσει, η μία μετά την άλλη, τα κεριά είναι μονάχα διακοσμητικά ή του ήλιου παραπεταμένα αποπαίδια.

Αν είχαμε λίγη παραπάνω ζεστασιά, ένα κερί, μια φλόγα να περισσεύει ή να μην περισσεύει αλλά απ'το υστέρημά μας να προσφέρουμε, ο έχων δύο φλόγες να δίνει τη μία, ο έχων μία συμπόνια να τη μοιράζεται και όχι να την κρατά για κείνον μόνο, δε θα ακούγαμε ειδήσεις όπως αυτή για τα παιδιά στη Λάρισα. Που μέσα στην ανάγκη τους να ζεσταθούν, έχασαν τη ζωή τους, πνιγμένη μέσα στους καπνούς. Ίσως είχαν παραπάνω  ανάγκη από το φως, ίσως είχαν γενέθλια να γιορτάσουν, ίσως η άνοιξη δεν πρόλαβε να τα ζεστάνει ή ίσως ήθελαν το πάρτυ τους να κάνουν. Να'χουν να πούνε στη δική τους τη δασκάλα πώς τα πέρασαν, ήταν ωραία κυρία που δεν κρυώναμε άλλο κυρία, γιατί πετρέλαιο ούτε λόγος να αγοράσουμε κυρία, δεν είχαμε ούτε ευρώ στην τσέπη μας κυρία, το ξοδέψαμε σε ευχές κυρία, να γιορτάσουμε γενέθλια κυρία και να έχουμε κάτι από το μέλλον να περιμένουμε κυρία. Να μεγαλώσουμε, να δουλέψουμε, να κάνουμε οικογένεια κυρία. Και οι φλόγες των κεριών να μη σβήνουν έτσι εύκολα κυρία.

Κάτι τέτοιες ειδήσεις με βρίσκουν ανυπεράσπιστο. Που στη δική μου τούρτα τα κεριά μου δεν τους τα αφιέρωσα. Το κάνω εκ των υστέρων. Μήπως και ζεσταθούν εκεί ψηλά κυρία.

αυτούσιο το κείμενο,όπως δημοσιεύτηκε στις 2 Μαρτίου στην περιοδική έκδοση στοχασμού http://www.intellectum.org . Πρόκειται για το έκτο μιας σειράς άρθρων στη στήλη μου ''Θερμοκρασία Δωματίου''  που με αγάπη φιλοξενείται στον πολύ αξιόλογο διαδικτυακό αυτό τόπο.

Πέμπτη, 14 Μαρτίου 2013

Θερμοκρασία δωματίου : Σαλιγκάρια *

Δεν έχω ιδέα πώς μετράμε το τετραγωνικό. Για την ακρίβεια, δεν ξέρω αν φτάνει ένας άνθρωπος να το γεμίσει ή δύο, να φτιάξουν μαζί μιαν αγκαλιά ή να πιαστούν από τα χέρια, να μείνει ο ένας στο τετραγωνικό κι ο άλλος δίπλα του να το παραφυλά μη του ξεφύγει. Εσύ πώς θα το μέτραγες;

Μπορεί κι εσύ να έκανες το ίδιο, όμως, όποτε η ανάγκη το επέβαλε τους παπαγάλιζα τους αριθμούς, τους τετραγώνιζα, όταν θα γύρευα για ελεύθερο διαμέρισμα ή όταν έπρεπε να βάλω κάποια όρια. Όλοι μας έχουμε ανάγκη κάποια όρια. Δεν είχε σημασία ιδιαίτερη αν ζω στα 20, τα 60, τα 80 τετραγωνικά, με θέα, με μπαλκόνια, με βεράντα ή ακάλυπτο. Σημασία είχε μόνο ότι ζούσα, με μια οροφή και έναν χώρο για τα χέρια και τα πόδια μου να απλώνουν το κολύμπι τους. Αν ήθελα θάλασσα παραπάνω, να την έψαχνα. Αν ήθελα σπηλιά για να κρυφτώ, να την έβρισκα. Μια ελευθερία να'χα να επιλέξω. Να'χω τα όρια δυσδιάκριτα να με κυκλώνουν, να τα αυξομειώνω. Το καταδύναμιν και το κατά το δοκούν. Το καιρού επιτρέποντος. Και να χαμογελώ μ'αυτή τη ματαιότητα. Ούτε το χαμόγελο είναι μετρήσιμο, έτσι δεν είναι; Δεν είμαι μοναχά εγώ που δυσκολεύομαι τώρα να καταλάβω, έτσι δεν είναι;

Αυτό δε μου προέκυψε στα τώρα μου. Σαν μαθητής ακόμα το θυμάμαι, ότι το διάλειμμα κρατούσε περισσότερο απ'το μάθημα, κυνηγητό, κρυφτό ή απλό περπάτημα, δεν είχε όρια κι αυτό. Είχαμε αυλή να μοιραστούμε το παρόν μας κι είχαμε κήπους. Οι αναμνήσεις μέσα στην τάξη ήταν λιγότερες από αυτές τις έξω. Όμως κι οι μέσα είχαν χώρο, είχαν άπλωμα. Τώρα κι αυτό ακόμα είναι μετρήσιμο. Ένα σαχλό μας υπουργείο, παιδείας κατ'ευφημισμόν, σε μια σαφή του διαταγή ορίζει κάθε ένα παιδί να'χει τον χώρο του, τη γη του. Για σένα μιλώ. Δεν ξέρω ακόμα αν αυτός είναι πολύς ή αρκετός, ή μήπως λίγο στριμωγμένος. Είναι όμως 1,5 το τετραγωνικό και μαθητή μου εσύ καλέ έλα να μπεις εντός σχεδίου. Γιατί παλιά ήσουν αυθαίρετος.

Ενάμιση τετραγωνικό. Τόσο έχω να σου δώσω καλό μου παιδί. Μη μου ζητήσεις παραπάνω, δε βγαίνουν οι αριθμοί, δε βγαίνουν τα τετραγωνικά. Όσο κι αν ζητήσεις, δε θα πάρεις. Θα σκοντάψεις πάνω στο τετραγωνικό του διπλανού, του συμμαθητή, του συγκρατούμενου. Αν θέλεις ν'απλωθείς έχεις τη φαντασία σου, μη μου ζητάς και χώρο. Ενάμιση τετραγωνικό ο μαθητής. Τόσος πλανήτης σου αναλογεί. Εκεί αν θες κάτσε και μάθε, εκεί αν θες κάτσε και κλάψε, και δες, και ονειρέψου, και προσπάθησε να βρεις τις απαντήσεις, γιατί εγώ δεν έχω να στις δώσω. Και σήκωσε το χέρι να ρωτήσεις, μα μη ξεφύγεις απ'τα εναέρια τα σύνορά σου. Και μην κουνάς το πόδι σου, θα γίνει η καρέκλα σου αιτία κι αφορμή πολεμικής μας σύρραξης. Και μη ρωτάς πολλά γιατί μπερδεύομαι. Πρέπει να πάρω τη μεζούρα να μετρήσω τις διαστάσεις κάθε αίθουσας. Να υπολογίσω το εμβαδόν και να το καταγράψω. Να διαιρέσω και να βρω πόσα παιδιά μπορούν να στριμωχτούν. Μη με ρωτάς γιατί, δεν έχουν νόημα οι απαντήσεις στις κονσέρβες.

Υπάρχει ένα σύμπαν σχολικό κι εγώ δεν είμαι Θεός να το αμφισβητήσω. Πρέπει να το μετρήσω, να το καταγράψω, να το κατηγοριοποιήσω και αν γίνεται να μην το κατηγορήσω. Φαντάζομαι τα παιδιά που από δω και πέρα θα γεννιούνται, θα'χουν μαζί και φύλλο πορείας. Και μιας απορίας. Που οι αίθουσες των 30 και 35 μαθητών δε θα μπορούν να απαντήσουν. Όσο τα σχολεία αδειάζουν από δασκάλους, τα παιδιά θα αποκτούν λιγότερα τετραγωνικά στην κατοχή τους. Και θα τα κουβαλούν, σαν σαλιγκάρια στους ώμους το σπίτι τους. Θα βγαίνουν κι αυτά με τις βροχές, αφού στον ήλιο δε βρίσκουν μοίρα. Και θα'ναι το σπίτι τους, το τετραγωνάκι τους, που δεν τους πάει παρακάτω, μονάχα μέχρι τα κάγκελα του σπιτιού, του σχολιού και της τύχης τους.

Οι γονείς θα αναγκαστούν να γίνουν κι αυτοί έμποροι.  Για το παιδί που πρέπει να πάει σχολείο. Κι ας στριμωχτεί με άλλα 30, κι ας μάθει όπως έμαθαν οι τάξεις των 40, των 50, των 60 αγοριών και κοριτσιών της Κατοχής και του εμφυλίου. Απέναντι στους ιθύνοντες τσιφλικάδες, θα ξεπουλάνε γενιές για ένα κομμάτι γης. Κι αυτό το κομμάτι θα περιμένει πάντα τις βροχές για να σύρει το καβούκι του.

Υπάρχουν πάντα πράγματα που δε χωράνε σε διαστάσεις κι αυτά μου έκαναν την πιο πολλή εντύπωση. Και με μπερδεύουν. Όπως κι αυτά που δεν μπορούσαν ποτέ να ζυγιστούν, να υψωθούν, να γίνουν αριθμοί και ποσοστά. Πόσα γραμμάρια αγαπάς ένα τραγούδι; Πόσα κιλά να 'ναι το όνειρό σου τώρα; Πόσες οργιές μία εικόνα, πόσες οργές ένα παράπονο και πόσες ίντσες ένα ταξίδι, πόσα εκτάρια μια λύπη και λεύγες και χιλιόμετρα και στρέμματα και ψέματα κι αλήθειες ;

αυτούσιο το κείμενο,όπως δημοσιεύτηκε στις 22 Φεβρουαρίου στην περιοδική έκδοση
στοχασμού http://www.intellectum.org . Πρόκειται για το πέμπτο μιας σειράς άρθρων στη στήλη μου ''Θερμοκρασία Δωματίου''  που με αγάπη φιλοξενείται στον πολύ αξιόλογο διαδικτυακό αυτό τόπο.