Σάββατο, 22 Ιουνίου 2013

Κουβάδες

Γέμιζα κουβάδες όλο το πρωί.
Και κάθε κουβάς είχε μια θλίψη,
που δε γέμισε αρκετό από το χάος μου
που με άφησε να γυρεύω τον επόμενο.
Το πάνω πάτωμα αποφάσισε μέσα στη νύχτα να πλημμυρίσει.
Και το έκανε με φωνές
και το έκανε με κλάμματα.
Πήρα αγκαλιά έναν κουβά και άρχισα μαζί του να μιλώ.
Του ζήτησα βοήθεια
να με στεγνώσει ή να με κρύψει
στο κρύο του μέταλλο να με φωλιάσει.
Και το έκανα με θυμό
και το έκανα με λαχτάρα.
Το πάνω πάτωμα δεν έλεγε να αλλάξει χαρακτήρα
κι ένιωθα εγώ πως πρέπει να αλλάξω.
Οι τοίχοι έσταζαν, σαν κεριά που έλιωναν
και που δεν είχα ανάψει, ούτε προσευχηθεί.
Κάθε που ένιωθα τον εαυτό μου να βυθίζεται
πέταγα τον σταυρό μου στον κουβά
σαν να’ταν Θεοφάνεια.
Τον άφηνα πνιγμένο στο κολύμπι του.
Κι ο ουρανός είχε πια γίνει ένα πελώριο σφουγγάρι
όχι από κείνα που σε πλένουν,
αλλά από κείνα που σε σβήνουν.
Κι έτσι σβησμένο με αφήσαν και ανώφελο.
Κάποια στιγμή το πάνω πάτωμα σταμάτησε νερά να στάζει
κι αναρωτήθηκα γιατί το δικό μου δε λέει να στεγνώσει.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια: