Σάββατο, 27 Απριλίου 2013

μικρά καλοκαιράκια ( 1 )

τα - από δω και πέρα - σάββατα, που θέλουμε δε θέλουμε μας οδηγούν στο φως, στον τρόπο και στο πώς. καλοκαιράκι όπως λέμε χαμόγελα, χρώμα κίτρινο του ήλιου, θαλασσί και μπλε και όλα τα ενδιάμεσα. όπως λέμε όμορφες μουσικές που συνοδεύονται με κίνηση κεφαλιού, ποδιού, σώματος. όπως οι αποψινές που επιχείρησαν λίγη δροσιά να φέρουν στα αμφίβολα σάββατα.

Asaf Avidn - Different Pulses / David Bowie - (You will) Set the World on fire / The Temper Trap - Sweet disposition / Florence & the Machine - You've got the love / Robbie Williams - Supreme / The Pierces - Glorious / Hurts - Better than Love / Jodie Marie - I got you / Caro Emerald - That man / Elizabeth Mitchell - You are my sunshine / Beirut - The Rip tide / Koop - Koop - Island blues / Alice Gold - Runaway love / Rufus Wainwright - The One you love / Nancy Sinatra & Lee Hazlewood - Summer Wine / Mika - Stardust / Mungo Jerry - In the Summertime / Cat Power - Sea of love / Duran Duran - Come Undone / Lykke Li - I follow Rivers / Moby - Lift me up / Gossip - Perfect world / The Monkees - I'm a believer / Until June - Sleepless / Madonna - Shanti Ashtangi / Texas - Summer Sun / Jason Mraz - I'm yours /  Patti Smith - Pastime Paradise / Lana del Rey - Summertime sadness / Tanita Tikaram - Twist in my sobriety 

Bonus Track : το podcast της σημερινής εκπομπής μαζί με μπόλικη άμμο στις αποσκευές.
Το επόμενο ραντεβού είναι ήδη πιο κοντά / Σάββατο 11/05
Sure About Now / ClipArtradio.gr / 18.00 - 20.00 

Σάββατο, 20 Απριλίου 2013

σιγουριά σαββάτου ( 15 )

μαγεμένη φωνή. δεν ξέρω αν είχε ποτέ επίγνωση της φωνής, της χροιάς, των συναισθημάτων που γεννούσε.  κι αν περίμενε ποτέ τα τραγούδια της να φτάνουν να περιγράψουν τη ζωή της. όλα είναι εκεί. όλα είναι δοσμένα, με τρόπους που μόνο η δική της ζωή φανταζόταν. με σεβασμό και αγάπη, αφιερώσαμε το δίωρο σε κείνη. για τα δέκα χρόνια που συμπληρώνονται από τον θάνατό της και τα αμέτρητα χρόνια που θα ζήσει η μουσική της.

Feeling Good / Work shop / Be my husband / Blacklash Blues / Gin House blues / Do i move you / Do what you gotta do / Go to hell / Mood Indigo / Forbidden Fruit / I want a little sugar in my bowl / Here comes the sun / Love me or leave me / My man's gone now / To be young. gifted and black / Black is the color of my true love's hair / Mr.Bojangles / Ne me quitte pas / I put a spell on you / Strange fruit / Rags and Old Iron / I can't see nobody / I shall be released / Ain't got no (I got life) / The Ballad of Hollis Brown / The look of love / Suzanne / To love somebody / Wild is the wind / Martin Luther King Suite-Mississippi Goddam / The times Are-a-changing


Bonus Track : το αποψινό podcast για κατ'ιδίαν συνομιλίες μαζί της.
Το επόμενο ραντεβού είναι ήδη πιο κοντά / Σάββατο 27/04
SuRe aBoUt nOw / cLipartRadIo.gr / 18.00 - 20.00

Πέμπτη, 18 Απριλίου 2013

Θερμοκρασία Δωματίου : Βοσκοτόπι *

«Εν αρχή ην το ψέμα», μου έλεγες. Το μικρό, το μεγάλο, το γενεσιουργό , το απλό, το πολύχρωμο, το γκρίζο, το κοινό, το μοιρασμένο, το διαιρούμενο, το διφορούμενο και το εις μιαν ανίατη και αντικανονική κοινωνία προσφερόμενο. Κι εγώ σε πίστευα. Κι ορκιζόσουν. Στη ζωή μου, στη ζωή σου, στα όνειρα που δεν είχες και σ’ αυτά που επρόκειτο να κάνεις. Σε όλα  ορκιζόσουν κι έβαζες τα γέλια. Σε γονείς, σε φίλους, σε αναμνήσεις, σε κόκαλα, σε όντα και απόντα, αρκεί να έδινες λίγο χρώμα στο παρόν σου. Η ζωή ήταν πολύ πεζή για να μένει αληθινή. Και οι όρκοι σου πολύ χαριτωμένοι για να τους πάρω στα σοβαρά. Δεν είχα απάντηση για να σου δώσω, καταλάβαινα όμως τις περισσότερες φορές τα ψέματά σου. Και συνωμοτούσα μαζί σου, μου έκλεινες το μάτι και τα μοιραζόμασταν. Με έβαζες στην αγκαλιά σου και ξεκινούσες τα παραμύθια με τους δράκους και τις μάγισσες της ζωής σου. Ήθελα να σε ρωτήσω κάποτε : «Γιαγιά, ποιο ψέμα είναι το αγαπημένο σου;». Αλλά δεν το έκανα. Ίσως δεν είχες αγαπημένο.

Εγώ είχα. Μου άρεσε να μου λες για τα παιδικά σου χρόνια, για τότε που δηλώσατε ψεύτικη ημερομηνία γέννησης, για να τρως στο συσσίτιο της κατοχής. Δεν ήσουν η μόνη, ήταν κοινή πρακτική τότε, για να ταϊστούν όλο και περισσότερα στόματα. Ήθελες, όμως, να υπήρχε τρόπος να αποδείξεις ότι η ταυτότητά σου δείχνει μεγαλύτερη απ’ ότι έχεις ηλικία. Δε τα μετράγαμε ποτέ τα χρόνια σου, ούτε σου βάζαμε αριθμούς να τους φυσήξεις σε γενέθλια. Σεβόμασταν το ψέμα σου και δεν αναρωτιόμασταν ποτέ πόσο στ’ αλήθεια ήσουν. Με μια παρόμοια τακτική, τα χρόνια τα δικά μου δεν έχουν αριθμό. Μου αρέσει να σκέφτομαι ότι μεγαλώνω, αλλά ποτέ δε μεγαλώνω.  Ότι σου μοιάζω σ’ αυτό. Θα ήθελα να σου μοιάζω σε πολλά. Να σου μοιάζω στο πως δεν ανεχόσουν τους ανθρώπους που σου έλεγαν εκείνοι ψέματα. Πως τους ξεντρόπιαζες, τους παγίδευες και τους έκοβες την καλημέρα. Ήταν ένα σου χάρισμα να τα μυρίζεσαι τα ψέματα των άλλων, όσο περίτεχνα κι αν είχαν δουλευτεί.  Αφού κι εσύ λες ψέματα, σε ρώταγα. «Άλλο το παραμύθι κι άλλο το παραμύθιασμα» μου απαντούσες κι αυτό στη ζωή μου το έβαλα μέσα σε εισαγωγικά, το υπογράμμισα και ψηλά το κρέμασα.
Και είδα με τα μάτια μου πόσο διαφέρουν.

Αν ζούσες σήμερα θα έβλεπες κι εσύ το παραμύθιασμα. Όχι πια το ατομικό, μα το συλλογικό. Που εκεί δεν έχεις περιθώρια να κόψεις καλημέρα, γιατί θα μείνεις μόνος εσύ κι οι καλημέρες που δεν έχεις πού να απευθύνεις, παρέα με τα ψέματα τόσων γιαγιάδων που δεν είχαν δικά τους εγγόνια να τα πουν. Θα έβλεπες και μόνη σου πώς λαχταράμε να μας πουν ένα ακόμα ψέμα, να συνεχίσουμε να ελπίζουμε ότι όλα θα φτιάξουν. Ότι θα βρεθούν δουλειές για τόσα παιδιά που κοπιάζουν να τελειώσουν ένα δημόσιο σχολείο , που δεν είναι πια τόσο δημόσιο ούτε τόσο σχολείο, ότι θα βρεθούν χρήματα για τόσα όνειρα που μπήκαν σε πλειστηριασμό δίχως κανέναν να τα κτυπήσει όσο-όσο,  ότι μαθαίνουμε απ’ τα λάθη μας και κάνουμε άλλα, που δεν έχουμε ακόμα μάθει, ότι αξίζει να εμπιστευόμαστε ανθρώπους καθοδηγητές κι ότι υπάρχουν κι άνθρωποι που δε στοχεύουν σε γκρεμό. Αν ζούσες σήμερα, θα ένιωθες ότι απέτυχες. Ότι τα ψέματά σου ήταν τόσο παιδικά και ανώδυνα.  Αλλά κι εκεί, δε θα ’σουν μόνη. Μαζί σου νιώθουν πολλοί ότι απέτυχαν, κάπου κάπου κι εγώ το σκέφτομαι για μένα.

Όχι πως ήταν ποτέ ρόδινα τα πράγματα. Το παραμύθιασμα βρισκόταν πάντα γύρω μας. Στην εκκλησία, που κάπου τη ζωή μας μπέρδεψε με μια παρτίδα από Μονόπολη, που την κερδίζεις συγκεντρώνοντας ακίνητα, αντί κάποιον φτωχό, έστω και σπάνια, βγάζοντας απ’ τη φυλακή του. Στους έρωτες, που βρίσκονται μαζί από συνήθεια, στηρίζοντας ο ένας τα ψέματα του άλλου, σε μιαν ανηφόρα που λέμε ζωή και που δεν έχει επιστροφή. Στους φίλους, που έχουν πάντα μια καλή κουβέντα να πουν μπροστά σου και πολλές παραπάνω άσχημες να πουν από πίσω σου, στους εαυτούς μας, που υψώνουμε στο βάθρο της ατιμωρησίας και της σωστής κρίσης, που το ανοίγουμε το στόμα μας και για όλα έχουμε γνώμη και σε όλους επιτιθέμαστε και όλους τους κατηγορούμε για υποκριτές, ενώ όλοι είμαστε υποκριτές και όλοι στα ίδια βοσκοτόπια φωνάζουμε «Λύκος Λύκος» και κανένας βοσκός άλλος, σύντροφος δε θα τρέξει να μας συμπονέσει, να μας συνδράμει γιατί δικά του πρόβατα δεν έχει, γιατί αφήσαμε άλλον λύκο να τα φάει και κάναμε το κορόιδο και γιατί εκείνος δε θέλει να συντρέξει τα δικά μας.

Όσο περνούν τα χρόνια, τόσο πιο πολύ σε σκέφτομαι κι αναπολώ τα παραμύθια που μου έλεγες. Εκεί ο λύκος ήταν ένας κι έβρισκε συνήθως τιμωρία. Από έναν ξυλοκόπο, από τρία γουρουνάκια, από τον ίδιο του τον εαυτό. Κι επιστρέφοντας στο παρόν, γυρνώντας τα ρολόγια μπροστά ή πίσω, οι λύκοι είναι πολλοί, φορούν τα πρόσωπα τα δικά μας, έχουν αποκτήσει τις δικές μας συνήθειες, τις αλήθειες και τα ψέματά μας, καταβροχθίζουν τα παραμύθια μας, μόνο τον Πινόκιο δεν μπόρεσαν εύκολα να χωνέψουν και τριγυρνούν στα βοσκοτόπια μας. Το μεγαλύτερο ψέμα είναι πως υπάρχουν πια βοσκοί να τα φυλάξουν . Κι ο μεγαλύτερός μου φόβος είναι μη γίνω ποτέ λύκος ή μήπως είμαι και δεν πήρα ποτέ είδηση. Μην ήμουν κι εγώ ένας από αυτούς που σκότωνες γιαγιά στα παραμύθια σου. 

αυτούσιο το κείμενο,όπως δημοσιεύτηκε στις 31 Μαρτίου στην περιοδική έκδοση στοχασμού http://www.intellectum.org . Πρόκειται για το δέκατο μιας σειράς άρθρων στη στήλη μου ''Θερμοκρασία Δωματίου''  που με αγάπη φιλοξενείται στον πολύ αξιόλογο διαδικτυακό αυτό τόπο.

Σάββατο, 13 Απριλίου 2013

σιγουριά σαββάτου ( 14 )

ότι το σάββατο δεν τα πάει καλά με τα ονόματα, έτσι που χάος γεννά και χάος κυκλοφορεί. κι όσο παραπάνω ονόματα φωνάζουμε, τόσο λιγότερες οι πιθανότητες οι άνθρωποι να χαθούν. σήμερα λοιπόν στο απογευματινό μας ραντεβού, παίξαμε κομμάτια με ονοματεπώνυμο, με αποστολέα και παραλήπτη και στη θέση τους μπήκαμε, να δούμε πώς είναι να έχεις όνομα υπαρκτό και αδιαμφισβήτητο τις νύχτες.

Jessica Lang - The Name game / Paul Anka - Diana / Alanis Morissette - Mary Jane / Beach Boys - Help me Rhonda / The Police - Roxanne / Χάρης & Πάνος Κατσιμίχας - Ρίτα Ριτάκι / Διονύσης Σαββόπουλος - Έλσα σε φοβάμαι / Paul Anka - Oh Carol / Harry Belafonte - Matilda / Simon & Garfunkel - Mrs. Robinson / James - So long, Marianne / Kim Carnes - Bette Davis eyes /  Cher - Just like Jesse James / Κωστής Μαραβέγιας - Λόλα / Βίκυ Μοσχολιού - Λόλα / Tom Jones - Delilah / Eric Clapton - Layla / Lucio Battisti - Anna / Leonard Cohen - Suzanne / Roling Stones - Angie / Φοίβος Δεληβοριάς - Πλαστική Ιουλιέτα / Άλκηστις Πρωτοψάλτη - Μαλάμω / The Beatles - Michelle / Simon & Garfunkel - Cecilia / Mango - Come Mona Liza / Robbie Williams - She's Madonna / Michael Jackson - Dirty Diana / Χάρις Αλεξίου - Η Τζένη των Πειρατών / Νένα Βενετσάνου - Η Μαριάνθη των ανέμων / Santana - Maria Maria / Mika - Grace Kelly

Bonus Track : το σημερινό podcast για να μη μείνει ουδείς ανώνυμος

το επόμενο ραντεβού είναι ήδη πιο κοντά / Σάββατο 20/04
SuRe aBouT noW /CliPartRadio.gr / 18.00 - 20.00

Πέμπτη, 11 Απριλίου 2013

Θερμοκρασία Δωματίου : Νεράντζι *

Ποτέ δε μ’ άρεσαν οι παρελάσεις. Από παιδί που μ’ έβαζαν πάντα τελευταία σειρά, που δε με έβλεπε κανείς και έπρεπε να καμαρώνω μόνο και μόνο που κατάφερα να μπω στο άγημα. ‘’Κυρία θα ψηλώσω μέχρι την παρέλαση’’, έλεγα στη δασκάλα μου, αλλά εκείνη δε με πίστευε. Γιατί ποτέ δεν ψήλωνα. Αλλά το προσπαθούσα, στο μυαλό μου μέσα το να πατήσω στις μύτες των παπουτσιών μου σήμαινε πως παίρνω αυτομάτως δέκα πόντους ύψος. Μόνο που και τα παπούτσια είχαν άλλη γνώμη, συνωμοτούσαν κι αυτά με το σύστημα που ήθελε τους δασκάλους να παίρνουν χάρακα, μεζούρα, υποδεκάμετρο και να τοποθετούν τα κεφάλια των μαθητών σε φθίνουσα σειρά, ξεκινώντας από τα λελέκια και καταλήγοντας στους κουβάδες. Τα κεφάλια έσερναν μαζί και το σώμα φυσικά. ’’Γιαγιά με είπανε κουβά’’.’’ Αν θες να είσαι κουβάς, μείνε κουβάς’’, μου απαντούσε. Κι εγώ πατούσα πάλι στις μύτες των παπουτσιών μου κι έφευγα απ’ το δωμάτιο.

Κάποτε πήρα μπόι μαζεμένο, έγινα λελέκι, τόσο που αν πήγαινα σχολείο θα με έβαζαν πρώτη σειρά και όχι τελευταία. Εκεί είναι που τρώνε τα πιο πολλά νεράντζια στο κεφάλι, μου έλεγε ένας φίλος μου για να μου γλυκάνει τον πόνο, λες κι εγώ δεν ήθελα να φάω νεράντζι στο κεφάλι για χάρη της πατρίδας. Όμως, δεν το έφαγα. Τουλάχιστον δεν το έφαγα σα μαθητής. Η εμπειρία μου με τις παρελάσεις έληξε έτσι άδοξα. Ούτε που σήκωσα ποτέ τη σημαία, η σημαία ήταν πάντα για τους αριστούχους, αυτούς που ξέρουν να λύσουν εξισώσεις, να φτιάξουν μια περίληψη σε 8,5 γραμμές, να πουν απ’ έξω το Πιστεύω, το Νηστεύω, το Ελπίζω, το Υπομένω, το Αποστηθίζω, το Παπαγαλίζω κι όλα τα ρήματα τα υπόλοιπα που περνώντας απ’ το σχολείο κάνεις κτήμα σου. Η παρέλαση δε σήμαινε ποτέ επαγγελματική αποκατάσταση κι έτσι το Δουλεύω το αφαίρεσαν από τη διδακτέα ύλη. Σήμαινε μόνο καμάρι για τις μανάδες που θα δουν το παιδί τους να σηκώνει την ελληνική σημαία και θα’ ναι σαν να σηκώνει στις πλάτες του το βάρος όλου του κόσμου. Ένας Άτλαντας σ’ ένα ατέρμονο βασανιστήριο. Που ψάχνει έναν Ηρακλή να του φορτώσει την Υδρόγειο. Αν μου ζητούσαν να ντυθώ Ηρακλής, ίσως και να πήγαινα. Θα ρωτούσα όμως πρώτα αν τρώει κι αυτός νεράντζια στο κεφάλι.

Τα στρατιωτάκια μου πάντως δεν έτρωγαν. Κι έτσι όπως μάζευα όλο και περισσότερα, τα άλλαζα θέσεις συνεχώς στο πάτωμα, για να μη μένει κανένα παραπονεμένο. Δεν έβαζα ποτέ σημαιοφόρο ή δεν ξεχώριζα κάποιο απ’ τα υπόλοιπα κι έδινα σε όλους μια μικρή και χάρτινη σημαία. Δεν είχαν μανάδες στο πλάι με τους βαθμούς τριμήνου ανά χείρας, ούτε με αποδείξεις ιθαγένειας, υπηκοότητας ή θρησκευμάτων, ούτε με φωτογραφικές που να συνδέονται στο φέισμπουκ. Και δεν είναι το χρώμα που τα έκανε όλα ίδια. Το πράσινο κυπαρισσί των στρατιωτών μου ήταν κι αυτό μια σύμβαση. Στα μάτια μου ήτανε όλοι ίσοι, όχι όμως και ίδιοι. Είχαν ονόματα, οικογένειες, γονείς αλλοδαπούς ή ντόπιους, φορούσαν σταυρούς, μπούρκες, μπερέδες ή καφτάνια κι όλοι ήταν χαρούμενοι. Γιατί  παρέλαση δε σήμαινε αγγαρεία, αλλά χαρά. Τέτοια έλεγα και στην κυρία μου και με έβαζε πάντα τελευταία σειρά.

Έπαιρνα λοιπόν κι εγώ στην τσέπη μου κάμποσους στρατιώτες και έκανα επίδειξη στους συμμαθητές μου. Τους έδειχνα ότι όλοι σήκωναν τη σημαία, γιατί όλοι το ήθελαν. Κι αυτοί με κοίταζαν με απορία. Χρόνια αργότερα, που βρέθηκα εγώ σε τάξη δάσκαλος και άλλοι από κάτω μαθητές, τους πήγα να δουν από κοντά τα ίδια αυτά στρατιωτάκια, τους είπα την ίδια ιστορία και δε με κοίταξαν με απορία, ούτε οι γονείς τους. Η κοινωνία προοδεύει σκέφτηκα και θα το πίστευα, αν δεν έπρεπε κι εγώ να παραδίδω βαθμολογίες στους γονείς. Που βαθμολόγησα κι εγώ τη σύνταξη, την πίστη, την προσπάθεια, την άμιλλα. Που ο βαθμός συνειρμικά σε πάει στη σημαία. Και που ο κάθε ένας γονιός θέλει να δει παιδί δικό του να τη σηκώνει, γιατί στο βάθος βάθος νιώθει ο ίδιος πως το κάνει. Ίσως πια όλοι αυτοί οι γονείς να κάθονταν κι εκείνοι  τελευταίοι στις δικές τους παρελάσεις και θέλουν κάποτε να φάνε το νεράντζι τους.

Ίσως και γενικά ο κόσμος να μην προοδεύει. Να αγκιστρώνεται μόνο στις παραδόσεις , περνώντας απ΄ την Τσικνοπέμπτη στην Αποκριά κι απ’ την Αποκριά στον μπακαλιάρο, δίχως κριτήριο, δίχως ένστικτο προσαρμογής ή ανανέωσης των ίδιων των εθίμων. Να περιμένει βαθμούς και το παιδί του να γίνεται Άτλαντας. Να επιτίθεται, όπως σε κείνη τη δασκάλα από τα Σπάτα που νοσηλεύτηκε πριν λίγες μέρες, ύστερα από ξυλοδαρμό, δαγκωματιές και ύβρεις που δέχτηκε από μάνα και γιαγιά παιδιού. Κι εγώ κυρία στεναχωρήθηκα που δε με έβαλες πρώτη σειρά παρέλαση, αλλά δε σ’ έδειρα ποτέ. Γιατί Κυρία;

 Κατά βάθος γιορτάζουμε εθνικές επετείους όταν τυχαίνει να πέσουν Δευτέρα ή Παρασκευή και μνημονεύουμε τους ήρωες που αγωνίστηκαν για να μας προσφέρουν αυτό το τριήμερο το δοξασμένο. Κατεβαίνουμε στις πλατείες και περιμένουμε να δούμε τα νεράντζια να πέφτουν βροχή. Κι εγώ θα κατέβω στην πλατεία. Και θα πάρω μαζί στην τσέπη μου τα στρατιωτάκια , να δουν σε τι κόσμο γίνονται πια οι παρελάσεις . Και θα πατώ ακόμα στις μύτες των παπουτσιών μου.

αυτούσιο το κείμενο,όπως δημοσιεύτηκε στις 24 Μαρτίου στην περιοδική έκδοση στοχασμού http://www.intellectum.org . Πρόκειται για το ένατο μιας σειράς άρθρων στη στήλη μου ''Θερμοκρασία Δωματίου''  που με αγάπη φιλοξενείται στον πολύ αξιόλογο διαδικτυακό αυτό τόπο.

Σάββατο, 6 Απριλίου 2013

σιγουριά σαββάτου ( 13 )

ότι ο γαλλικός κινηματογράφος είναι ο ορισμός του εκλεπτυσμένου και το αντίθετο του μαζικού, χολυγουντιανού. δεύτερη σιγουριά, ότι δε μας φτάνει μια βδομάδα αφιερώματος για να τον εκτιμήσουμε, θέλει και δουλειά κατ'οίκον. Και εκμάθηση της γλώσσας, με τη βοήθεια τραγουδιών όπως τα παρακάτω :

Yann Tiersen - Western / Brigitte Bardot - Moi Je joue / Francoise Hardy - Tout les garcons et les filles / Patrick Bruel - Pour La Vie / Charlotte Gainsbourg - Voyage / Zaz - La Fee / Melody Gardot - Les Etoiles / Edith Piaf - La foule / Jeanne Moreau - Indian song / Yann Tiersen - La Veille / Mirelle Mathieu - Toi et moi / Jacques Brel - Ne me quitte pas / Lara Fabian - Je suis malade / France Gall - Ella elle l'a / Desireless - Voyage Voyage / Benjamin Biolay - Tout ca me tourmente / Les tripletts of Belleville ost - Rendez-vous / Vanessa Paradis - La seine / Mylene Farmer - L'amour n'est rien / Richard Anthony - A present tu peux t'en aller / Julien Dore- Moi Lolita / Patricia Kaas - Mon mec a moi / Yann Tiersen - Kala / Lhasa - La marie haute / Les Surfs - Si j'avais un marteau / Zazie - Je suis un homme / Alison Moyet - La Chanson des vieux amants / Yves Montand - Les Feuilles Mortes / Marie Laforet - Viens viens / Celine Dion - Les jours comme ca / Les parapluies de Cherbourg - main song / Amelie ost - La valse d'Amelie 

Bonus Track : το σημερινό podcast , για εξάσκηση σε τρόπους και αισθήματα.

Το επόμενο ραντεβού είναι ήδη πιο κοντά / Σάββατο 13/04
Sure About now / clIpartRadio.gr / 18.00 - 20.00

Πέμπτη, 4 Απριλίου 2013

Θερμοκρασία Δωματίου : Αγκίστρι *

Δεν ψάρεψα ποτέ, δεν έπιασα ποτέ στα χέρια μου καλάμι, δίχτυα, αγκίστρια ή δολώματα. Η’ κι αν τα έπιασα, δεν ήξερα μ’αυτά τι ν’απογίνω. Να τα κρατήσω, να μιμηθώ, να τα πετάξω; Κοιτούσα τους άλλους να ψαρεύουν και να το κάνουν καλά, να γεμίζουν τους κουβάδες περηφάνια ή να κρατούν στα χέρια τους τα ζωντανά που σπαρταρούσαν λίγο ακόμη έξω απ΄το νερό, που λαχταρούσαν λίγο ακόμη για νερό. Δεν μπορώ να πω ότι συμμεριζόμουν τη χαρά τους ή πως την καταλάβαινα.  Δεν είναι ότι υποκρινόμουν, πως δε θα φάω από ψάρι που στα μάτια μου μπροστά ξεψύχησε ή ότι ήθελα υπέρμαχος να γίνω των δικαιωμάτων των ψαριών τους. Έχοντας γνώση τι σημαίνει τροφική αλυσίδα, απλώς παρατηρούσα. Και λαχταρούσα μαζί τους λίγο ακόμη για νερό.
Με έπαιρνε μαζί του ο πατέρας μου για ψάρεμα, στην ηλικία που, ήθελα – δεν ήθελα, θα τον ακολουθούσα. Μπορούσε να βρει ψάρι σε κάθε θάλασσα, στέρνα, γούρνα, γουλιά και κουταλιά. Το ένστικτο του κυνηγού ήταν κι αυτό κάτι που αγνοούσα. Εν αντιθέσει με το ένστικτο του κυνηγημένου, που με κάθε αφορμή το συντηρούσα και το επαλήθευα. Καθώς δεν έπιανα ποτέ μου πετονιά να την πετάξω, καθόμουν στη γωνιά μου με τον Ποπάυ στα χέρια,  να διαβάζω το σπανάκι μου, να γίνω δυνατότερος μπροστά στου κόσμου τα ψαρέματα. Και δώστου  πετονιά και δώστου σπανάκι. Κάπως έτσι έμαθα ότι ο κόσμος χτίστηκε σε αντιφάσεις. Κάποιος που τρώει και κάποιος που τρώγεται. Κάποιος που ψαρεύει και κάποιος που ψαρεύεται. Κι εγώ ήθελα να ανήκω στη δεύτερη κατηγορία. Σ’αυτούς που τρώγονται. Έτσι έμαθα να μην παίζω ξύλο, ακόμα κι αν με κτυπήσουν, να μην απαντώ, ακόμα κι αν με κατηγορήσουν, να μην αντιδρώ, ακόμα κι αν με αγαπήσουν. Το κλείδωμα σε έναν εαυτό είναι της γενιάς μου σύμπτωμα. Που πολλαπλασιάζεται σαν αμοιβάδα, χωρίζεται στα δυο, στα τέσσερα, στα οκτώ και καταλήγει  να’ναι οι αμοιβάδες που δεν ήθελε ποτέ να γίνει.  Να παρατηρεί, να σκέφτεται, να απορεί και να μη δρα. Να περνά από το γέλιο στο κλάμα και να διχάζεται. Ένα σύμπτωμα που θέλει πολύ σπανάκι για να πετάξεις από πάνω σου.

Δεν είμαστε άμοιροι ευθυνών, αλλά δεν είμαστε γεννήτορες. Η κοινωνία αποφασίζει για σένα, πού θα ζήσεις, πώς θα ζήσεις, ποιο κράτος θα πληρώνεις όλη σου τη ζωή. Κι ας μην ψάρεψες, ας μην κολύμπησες δίπλα σε μεγαλοκαρχαρίες. Πληρώνεις την αδράνεια που επέδειξες, που είδες το καλάμι να βουτά στη θάλασσα και πίστεψες πώς θα ψαρέψει μόνο τα απαραίτητα του τραπεζιού, τα καθημερινά, όχι τη θάλασσα ολόκληρη. Και όταν άδειασε η θάλασσα, όταν προσπάθησες να κολυμπήσεις κι έπιασες πάτο, προτίμησες να σκεφτείς ότι τα ψάρια μας εγκατέλειψαν. Όχι ότι δεν έμεινε ψάρι ζωντανό να πεις καμιά κουβέντα, να μιλήσετε περί ανέμων και υδάτων, για τη ζωή στα βρώμικα νερά και στους εξίσου βρώμικους καιρούς. 

Με την ίδια λογική, δεν κατόρθωσα ποτέ να πετάξω χαρταετό. Πότε τα ζύγια δεν ήταν στη θέση τους καλά μετρημένα, πότε ο αετός μου δεν είχε κατάλληλο μέγεθος, πότε ο άνεμος δεν ήταν με το μέρος μου ή εγώ δεν ήμουν στο κατάλληλο υψόμετρο. Ή πιο σωστά, δεν είχα ακόμη φάει το σπανάκι μου, για να επιβληθώ σ’ ένα στοιχείο της φύσης. Τις λίγες φορές που δοκιμάσαμε να υψώσουμε αετό, τον πέταγε ο πατέρας μου κι εγώ τον παρακολουθούσα. Να σκίζει τον αέρα, να κάνει κόντρες με τους γύρω αετούς και δίχως ίχνος σεμνότητας να νομίζει ότι θα φτάσει το σύμπαν. Εγώ όμως ήξερα ότι το σύμπαν δεν είναι για τους αετούς. Και το σύμπαν το ήξερε καλά, γι’ αυτό και φρόντιζε να τους τσακίζει τα φτερά, να τους πηγαίνει για εκτέλεση πάνω σε σύρματα ηλεκτροφόρα ή μέσα σε κενά αέρος να τους πνίγει. Έχει πολλούς τρόπους η φύση να σου δείχνει τα όριά σου. Αρκεί η δική σου αλαζονεία να τους βλέπει.

Αν δεν τους βλέπει, δε σημαίνει ότι θα πάψουν να υπάρχουν. Απλώς εσύ, ματαίως θα κοπιάζεις να ψαρέψεις σύννεφα. Με τον χαρταετό, που χρόνια αργότερα κατάλαβα πως ήταν και αυτός αγκίστρι σου. Αφού πια στέρεψαν οι θάλασσες, αφού η γη δε μας χωρά, ας βρούμε κάπου, κάποιο σύννεφο να κατακτήσουμε. Όχι για να το φέρουμε στη γη, αλλά για να μας ανεβάσει, για να μπορούμε να διαφέρουμε απ’ ότι πια κατηγορούμε. Αν δεν το κάναμε ως τα τώρα, είναι που η φύση αντιστέκεται και τα αγκίστρια μας ξέρει και αποφεύγει. Κι οι ουρανοί αύριο πάλι θα γεμίσουν αγκίστρια κι επίδοξους ψαράδες.

Όσοι δεν πιάσαμε στα χέρια μας ποτέ χαρταετό ή του ψαρέματος καλάμι, θα συνεχίσουμε να τρώμε το σπανάκι μας. Μπορεί μια μέρα να βγούμε στους δρόμους και να τους κάνουμε θάλασσες, με όσα ψάρια δε βρήκαν φωνή να υπερασπιστούν τον εαυτό τους. Κι εμείς με την αρμύρα μας, θα κλάψουμε στη γη κι όχι πετώντας. Δεν είναι που δεν έχουμε αγκίστρια να πετάξουμε, είναι που δεν υπάρχουν ουρανοί να μας αντέξουν.

αυτούσιο το κείμενο,όπως δημοσιεύτηκε στις 17 Μαρτίου στην περιοδική έκδοση στοχασμού http://www.intellectum.org . Πρόκειται για το όγδοο μιας σειράς άρθρων στη στήλη μου ''Θερμοκρασία Δωματίου''  που με αγάπη φιλοξενείται στον πολύ αξιόλογο διαδικτυακό αυτό τόπο.