Τετάρτη, 29 Φεβρουαρίου 2012

29 *


Ο Φλεβάρης με ταλαιπώρησε. Με κούρασε κι ας είναι μια σταλιά πάντα χειμώνας, ( μέρες 28 ή 29 και θα ‘ θελα κι άλλους μήνες να ξεκινούν με 2) με παίδεψε λες και του έκανα κακό, με έφερε λίγο στα όριά μου. Σωματικά πάντα μιλώντας. Κι ας είναι αδιευκρίνιστο πού φτάνουν τα όρια μέσα μου. Κρυώματα, ιώσεις, δέκατα, σοκ αλλεργικά και πάρε χάπια πρωί και βράδυ, και ακολούθα αυτή τη διατροφή και πέτα απ’ το ψυγείο σου τους τόσους εθισμούς λες κι είναι εύκολο να τρως αυτά που δε θυμίζουν εφηβεία, και γιατροί και φαρμακεία και βουλωμένες μύτες μην και τρυπώσει καμιά μυρωδιά που θα γυρίσω να την ψάξω. Κι αν θυμηθώ καλά , πολλοί Φλεβάρηδες με ταλαιπώρησαν εξίσου.

Είναι ο μήνας του έρωτα ; Εγώ ποτέ δεν τον εκτίμησα αυτόν τον έρωτα τον πλαστικό με την καρτούλα της ρεζέρβας και το αρκουδάκι με την καρδιά την κόκκινη στα χέρια. Είμαι σ’ αυτόν τον έρωτα αλλεργικός και φέτος μ’ εκδικήθηκε στ’ αλήθεια σε όλο μου το σώμα . Τον προσπερνώ όταν στο δρόμο συναντιόμαστε από απόσταση , εκείνος φιγούρα ιλουστρασιόν κι εγώ με σκούφους, γάντια και κασκόλ να θέλω κι άλλη βροχή να του χαλάσει τη γυαλάδα του  και όταν συνωμοτικά τα παιδιά μου εύχονται ‘’χρόνια πολλά κύριεεεεε για του αγίου Βαλεντίνουουουουουουουου’’ και κοκκινίζουν και μόνο που το ξεστομίζουν γιατί γι’ αυτά ακόμα ο έρωτας είναι μια λέξη που σε καίει στο στόμα. Μέχρι να μεγαλώσουν να καούν ολάκερα φιτίλια. Και το λέω εγώ, φιτίλι καμένο που όμως λίγο τινάζεις σκόνη από πάνω σου και λες όπου να’ναι πάλι θα ανάψω. Και θα καώ.  

Είναι ο μήνας της Καθαρής Δευτέρας ενίοτε. Κι αυτή τη Λευκή μου Δευτέρα την αγαπώ νομίζω. Δεν ξέρω αν είναι πια καθαρή από προτίμηση ή από ανάγκη, όμως ποια είναι η διαφορά; Δεν την έζησα πολύ σαν παιδί, ήμουν από εκείνα που ο χαρταετός σήμαινε χέρια ανίκανα να διαχειριστούν τέτοια ευθύνη . Όλο τα παράταγα, φοβόμουν να δω τον αετό να πέφτει στο χώμα, μην τον πονέσει η τόση μου αδεξιότητα. Κάποτε έβαλα τα κλάματα κι αν δεν ήταν πλαστικός ο αετός, θα ‘χε σκιστεί απ’ την αγάπη μου. Ακόμα φοβάμαι να πιάσω στα χέρια μου τέτοια ανάμνηση. Ακόμα φοβάμαι να πιάσω ευθύνη στα χέρια μου που η αγάπη μου μπορεί και να τη σχίσει. Θέλω όμως να υπάρχει κάπου μέσα μου αυτή η μέρα που ανοίγω το παράθυρο και βλέπω σκιές στον ουρανό. Οι σκιές με ταξιδεύουν, είμαι κι ο ίδιος μια σκιά του εαυτού μου, για όλα αυτά που δεν τολμώ ή αφήνω και με προσπερνούν. Γι’ αυτό συνήθως Καθαρές Δευτέρες απλά, νοσταλγικά, κάπου κάπου βροχερά και νοικοκυρεμένα τις θυμάμαι. Με χαρταετούς άλλων πολύχρωμους.

Είναι ο μήνας που σαν τελείωμα του χειμώνα , έστω και ημερολογιακά μόνο , πρέπει να αποχαιρετίσεις. Να χορτάσεις την πλεχτή κουβέρτα προτού την βάλεις πάλι κάπου ψηλά, φρεσκοπλυμένη ανάμνηση. Η κουβέρτα είναι πάντα μια ανάμνηση για μένα. Ανάμνηση παιδική από τότε που κουκουλωνόσουν και το κρύο έμενε απ’ έξω. Είχα πάντα τις δικές μου κουβέρτες, χρώμα και σχέδιο διαλεγμένο, που τώρα που μεγάλωσα γύρεψα πάλι στις ντουλάπες του πατρικού. Είναι κι αυτό ένα δικό μου πισωγύρισμα στην παιδική ηλικία που δεν αποχωρίστηκα ποτέ νομίζω. Για κάθε κουβέρτα που με σκέπασε έχω και ένα όνειρο που μπλέχτηκε στην πλέξη της και το φόρεσα εγώ στο τέλος μη χαθεί.

 Αν τα καταφέρω ποτέ, θα γράψω ημερολόγιο, μέρα προς μέρα, γιατί πολλά είναι αυτά που τα παρατηρώ και με παρατηρούν.  Και θα τα γράφω να τα διαβάζω και να κλαίω που παρατηρώ τον οδηγό του λεωφορείου να χωρίζει τον δεσμό του απ’ το τηλέφωνο, τέτοια στιγμή οδυνηρή κι εμείς στις χειρολαβές του να παίρνουμε τη στροφή και στο φανάρι να θέλω να του πω, να της μιλήσει από κοντά. Για κάτι τέτοια τηλεφωνήματα σε ανθρώπους που σωστά δεν αποχαιρετήσαμε φοβάμαι τους μήνες ή το να μεγαλώνουμε. Θα παρατηρώ όσο κάποιος άλλος παρατηρεί εμένα. Δεν είμαι στο μυαλό του για να ξέρω τι θα σκέφτεται για μένα κάποιος. Δεν είμαι πια κουβέρτα παιδική αλλά η ανάγκη της, δεν είμαι πια βρεγμένος χαρταετός, ούτε θερμόμετρο στο στόμα με τη μάνα μου να κάνει επιφωνήματα όσο ο πυρετός μου ανεβαίνει. Είμαι όμως μια δίσεχτη μέρα τις μη δίσεχτες χρονιές. Η τελευταία μέρα του Φλεβάρη είναι σαν την ανάσα πριν τη γέννα. Και αυτή η γέννα της μάνας μου την πρώτη Μάρτη του ‘83 ήταν ο Φλεβάρης που ξέφυγα . Και τον κουβαλώ. Κι ας είμαι Μάρτης.

Υ.Γ. Μαμά ξέρω πως διαβάζεις τις αναρτήσεις μου κι έτσι μπορώ κι από δω κάτι να σου στέλνω. Σ’ ευχαριστώ για τα 29 μου σήμερα .


Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2012

έκΘεση ΙδεΏν / Μαμά

Σήμερα στο σχολείο γράψαμε έκθεση . Όλοι μαζί, δάσκαλος και παιδιά.
Ξεκίνησε σαν αστείο , συνεχίστηκε σαν στοίχημα κι εν συνεχεία εξετελέσθη καθώς στα πλάσματα αυτά έχω τρελή αδυναμία για να τους το αρνηθώ.
Θέμα , ένα από τα προεφηβικά που γράφουμε τελευταία και όλοι μαζί μετά τα αναλύουμε και γελάμε και κλαίμε .
''Μαμά και μπαμπά, δε θα σας πω ποτέ...''
Και πήρα τη λευκή την κόλλα μπροστά μου και την κοιτούσα.
Και δεν ήξερα αρχή να κάνω, πρόλογο και λεπτομέρειες να χτίσω.
Θέλω να πω, θέλω να μην πω.
<< Μαμά, έγραψα, δε θα σου πω ποτέ πόσο μου λείπουν τα παιδικά μου απογεύματα να κάθομαι στα πόδια σου και να με νανουρίζεις με το Que sera sera. Ήμουν κάτι παραπάνω από γιος σου τότε, ήμουν αυτιά δίπλα σου τεντωμένα να σε ακούσω.
Μαμά, δε θα σου πω ποτέ πόσο ντρεπόμουν που ερχόσουν και έφερνες το φαγητό στα κάγκελα του σχολείου και με φώναζες κι εγώ έκανα πώς δε σε άκουγα.Και πόσο τώρα δε σου ομολογώ ότι μου άρεσε να σε ψάχνω στα διαλείμματα στα κάγκελα να στέκεις και να μου χαμογελάς.
Δεν στο έχω πει αλλά όλα μου τα χαμόγελα από σένα τα κληρονόμησα. Από αυτό που μου μάθαινες , να μην το βάζω ποτέ κάτω και όλα να τα παλεύω.
Ακόμα και άρρωστος όταν ήμουν και δε με άφηνες ήσυχο με όλες τις σούπες του κόσμου που έπρεπε να φάω, όλα τα χαμομήλια που κρύωναν πριν καν τα βάλω στο στόμα μου , όλες τις κομπρέσες με ξίδι στο κεφάλι για να πέφτει ο πυρετός και όλα τα vix στη μύτη για να δουλεύει η όσφρηση, μου έλεγες ''δεν είσαι άρρωστος, αυτό να λες μέσα σου συνέχεια και θα σηκωθείς από το κρεβάτι''.Και σηκωνόμουν. Και σηκώνομαι. Με όλες τις δικές σου κομπρέσες στο κεφάλι τυλιγμένες να ζεσταίνουν το νου μου.
Μαμά δε θα σου πω ποτέ πόσο λάθος ήθελα να βγεις που από παιδί μου πιπίλαγες το μυαλό να γίνω δάσκαλος γιατί στεναχωριόσουν που δεν έγινες εσύ.Ήθελα να γίνω κακός δάσκαλος και να γυρίσω να σου πω ''είδες που λύσσαξες, τι κατάλαβες;;;'' Και ούτε αυτό το κατάφερα. Δεν στο είπα όταν στα αποτελέσματα είδα ότι πέρασα στο Παιδαγωγικό και ήταν σαν να σου έλεγα το πιο φυσιολογικό κι αναμενόμενο νέο για σένα.Το ήξερες,το είχες συμφωνήσει με τη μοίρα και εμένα με παραμύθιαζες με το sera sera.Kαι έγινα και το αγάπησα πολύ αυτό το επάγγελμα και ξέχασα ότι το κάνω για βιοπορισμό και νομίζω ότι είμαι ανάμεσα σε φίλους μεγάλους και μικρούς και αυτό γαμώτο σε σένα το χρωστάω.
Μαμά δε θα σου πω ποτέ πόσο σε θαύμασα που μόνη σου μεγάλωσες τα τρία σου παιδιά και εσένα μπαμπά δε θα σου πω ποτέ πόσο λυπάμαι που δε σε έμαθα ποτέ,γιατί δική σου επιλογή ήταν να λείπεις.
Μαμά δε θα σου πω ποτέ ότι όταν έφυγα από το σπίτι άφησα πίσω μου τον μικρό σου Γιάννη να σε προσέχει και κράτησα τον Μάριο να σε γυρεύει. Και σε γυρεύει και σε συναντά. Τα μεσημέρια που έρχομαι και τρώμε μαζί και μιλάς ακατάπαυστα και εγώ γελάω ή σου φωνάζω. Που μου ρίχνεις τα χαρτιά να δεις κάτι παραπάνω για τη ζωή μου που σου κρύβω και μου γεμίζεις ταπεράκια για το σπίτι. Και μου παραπονιέσαι πάντα που πιο συχνά δεν έρχομαι και δε σου λέω ποτέ ότι μέσα μου χαμογελάω με το παράπονο.
Μαμά,κάτι τελευταίο. Δεν θα σου πω πόσο πολύ σε αγαπώ γιατί δεν ξέρω πώς να το εκφράσω.Είναι αυτό που με κοιτάς με καμάρι κι εγώ στρέφω το κεφάλι κάτω από ντροπή κι από αμηχανία να κρύψω το δικό μου το καμάρι για σένα.Εγώ . Ο Γιάννης, ο Μάριος, το κουκουβαγιάκι.>>
Αυτά έγραψα κι αν είχα τρόπο να μη σταματώ να γράφω θα το έκανα. Και θα σε βάλω να διαβάσεις την ανάρτηση και θα σφυρίζω κλέφτικα.Και θα σε πάρω μια αγκαλιά μεγάλη.Και δε θα σου πω ποτέ ότι τις έχω ανάγκη αυτές τις αγκαλιές.
Για να μοιράζω κι εγώ στα πλάσματα που με κοιτούν να γράφω , ένα θρανίο στο κέντρο της αίθουσας, εγώ κι εκείνα, συμμαθητές που ντρέπονται πολύ και κοκκινίζουν.

Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2012

Πολύβουο+Πολύχρωμο

Να'μαι εδώ και να'ναι δρόμοι
να'ναι χαλικόστρατες ή ασφαλτοπαπλώματα, μικρή η διαφορά για κάποιου πόδια 
που δεν υπολογίζουν βήματα μα συννεφοπορείες
για κάτι παραπάνω από το ανώφελο.
Το νέο έτος με βούτηξε σε παραμυθομαρμίτα
μια βίδα λοξοδρόμησε στου νου μου τις συνάψεις
κι απ'το βαγόνι μου έπεσα .
Δεν είναι απόκλιση,ούτε αδυναμία, είναι επιλογή
να'ναι ένα βλέμμα κατάδικό μου 
και να γαντζώνομαι στο σύννεφο και να ξυπνώ με νύχια ματωμένα
ε και λοιπόν;
να πυρπολώ και να παιχνιδοχαίρομαι
να σκορπάω χαμόγελα και να παραμιλώ τραγούδι
να λέω ''όλα θα φτιάξουν''
κι ας σκοτεινοκαμώνονται.
Να πιάνεις το χέρι μου γιατί σου δίνει ασφάλεια και να ζητάς την αγκαλιά 
που με το δίδυμό του σάρκινη ορίζουν.
Να νιώθω ζωντανός όταν δε μου το επιτρέπουν 
κι όταν κοιτούν τα πόδια μου να φυλακοκλειδώσουν 
να ξεγελάω κάθε πεζό 
στο σύννεφο βουτώντας.
Να'ναι η πόλη ένα πολύβουο τίποτα και σύμπαν ακυβέρνητο 
να το περνάω νερομπογιά 
και μαρκαδόρο.
Και μη γυρεύεις λογική.
Και μη ζητάς να με γειώσεις.
Δε ζούμε με τη λογική, με την προοπτική μας ταξιδεύουμε.
Κι έχω καρδιά μου σ'αερόστατο πολύχρωμο ξαπλώσει.



Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2012

Καθρεφτόμοιο


Με τους καθρέφτες δεν τα βγάζω εύκολα πέρα
Μου δείχνουν κάτι που σπανίως αναγνωρίζω
Γελάω κι αυτοί αναίσθητοι γελούν μαζί μου
Ή όταν κλαίω μου αποσπούν την προσοχή κοιτάζοντας αναίτια το θέαμά Μου 
Να μορφάζεται και να μορφοστρεβλώνει
Είναι όμως μια χρησιμότητα που τους ως τώρα δίνουν
που με αποτρέπει απ’το να τους εξολοθρεύσω
είπα δειλά στον εαυτό μου τον κρυστάλλινο
είσαι μικρός , είσαι φθηνός κι ανακυκλώσιμος
κι αυτός μου το αντιγύρισε
δεν είναι αυτό το αλισβερίσι που με θόλωσε
είναι που μέσα μου το δίκιο του αναγνώρισα
ψημένη άμμος κι εγώ νους ακόμα άψητος
γνωρίζει κάτι από το βλέμμα μου 
που άλυτο μυστήριο μένει
είναι σαν χρώμα να του έδωσαν κι εγώ να είμαι το άχρωμο
εγώ το καθρεφτόμοιο το δικό του
είναι στιγμές που ασυναγώνιστα κινήσεις  αντιγράφουμε
πότε εγώ πότε εκείνος
και αργολαβαίνει το μυαλό πληροφορίες
αν είναι αυτός που πρώτος με οδηγεί 
ή να'μαι εγώ αυτός που εκδηλώνεται.
Κι έχω ακόμα απορία μέγιστη
Αν σπάσω κάμποσα κομμάτια τη ψυχρή του σάρκα
να μάθω κόκκινος  πρώτος ποιος θα βαφτεί.

Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2012

104


Όροφος έκτος.  Έστω  για τελευταία φορά. 
Το χέρι πάει από μόνο του και πατάει το κουμπί  .
Όροφος έκτος. Που θα πει καταφύγιο . Που θα πει οροφή, δεν πάει παραπάνω. 
Που θα πει πρώην. Χρόνια Τέσσερα.
Τοίχοι περισσότεροι από τα χρόνια. Χρόνια παραπάνω από τοίχοι.
Να μαζέψω κούτες , να θυμηθώ να συσκευάσω κι όσα δε θέλω.
Αν αρχίσω να κάνω απολογισμούς,δε θα μου φτάσει το χαρτί περιτυλίγματος.
Να μαζέψω κούτες, να μαζεύω κι αυτές να μην τελειώνουν.
Πότε χώρεσα τόσο παρελθόν σε λίγα τετραγωνικά;
Αυτό που τώρα εγκαταλείπω είναι κομμάτι μου. 
Σκέφτομαι βιαστικά για να μην με πάρουν τα κλάματα.
Το άγχος μου να γίνει η μετακόμιση γρήγορα με προφυλάσσει .
Όταν το νοίκιασα  4 χρόνια πίσω, έδωσα μια υπόσχεση στον εαυτό μου. 
Να αλλάξω, να βρω τον εαυτό μου.Το ρετιρεδάκι το είδε, μάρτυράς μου
το 104 της οδού Πραξιτέλους.
Θυμάμαι την πρώτη μέρα που έμεινα εκεί. Kοιμήθηκα στο πάτωμα του σαλονιού ακούγοντας μουσική.Θυμάμαι και το κομμάτι.Όλα τα πρωινά για μήνες που σηκωνόμουν και δεν πίστευα ότι  έκανα πραγματικότητα αυτό που έγινε απόφαση ένα βράδυ στην Κεφαλλονιά,ύστερα από κουβέντα με τον Νίκο.Θυμάμαι που με ρώτησε η Γιώτα ποιο θα΄ναι το πρώτο πράγμα που θα κάνω όταν μπω και της απάντησα θα βάλω ένα cd κ θα μείνω να το ακούσω.Το έκανα.Της το είπα.Όταν κάμποσους μήνες ανάμεσα στους τοίχους αυτούς ξεκινήσαμε να μαλώνουμε της είπα να βγούμε έξω να συνεχίσουμε τον τσακωμό γιατί δεν ήθελα το σπίτι μου να με δει να μαλώνω.Και το προσπάθησα.Θυμάμαι τον Σπύρο που παραλάμβανε και έστηνε τα έπιπλα όταν εγώ ήμουν σχολείο. Θυμάμαι  τη Μαρία πρώτη μου φιλοξενούμενη για τριήμερο , να τρέχουμε Θησείο – Μοναστηράκι κι ύστερα πίσω για το πρώτο μου πάρτυ. Θυμάμαι το αναμένο κεράκι πάνω στο γιαούρτι τοτάλ που μου άναψε όταν άρχισε να ξημερώνει η μέρα των γενεθλίων μου και τα τσιγάρα που με παρακάλαγε να κάνει μέσα στο δωμάτιο ενώ  εγώ μη καπνιστής την αγριοκοίταζα. Θυμάμαι  το μπαλκόνι που έβαψα και τον γείτονα που μαστορεύαμε παράλληλα.Θυμάμαι τα αμέτρητα βράδια με  την Αγαθή και τον Σπύρο να παίζουμε κουν καν κ να μη σταματάμε να γελάμε. Θυμάμαι το καλοκαίρι που είδαμε ολόκληρο το Lost με το laptop στο μπαλκόνι. Θυμάμαι όλα τα Χριστούγεννα ,ακόμα κι αυτό που με βρήκε άρρωστο με πυρετό 40 χωμένο στις κουβέρτες.Θυμάμαι το τραπεζάκι που έκαψα με τα κεριά που δεν σταματώ να γεμίσω το χώρο μου, το έπιπλο της τηλεόρασης που έκανα 3 ώρες να στήσω, τις κουρτίνες που κρέμασα ξηλωμένες, τους τοίχους που γέμισα κάδρα και φωτογραφίες, τον καναπέ που δε μας χώραγε ποτέ αλλά πώς καταφέρναμε και στριμωχνόμαστε, θυμάμαι το blog που ξεκίνησα ύστερα από προτροπή του Αντώνη, θυμάμαι τον Γιώργο που ήρθε να μου ενώσει τον θερμοσίφωνα και προς τιμήν του ονόμασα Τάκη, το πώς κατεβάσαμε με τον Σπύρο τον παλιό απ’το πατάρι γεμάτο με νερά να τρέχουν πάνω μας, τη μάνα μου να μας λέει τα χαρτιά,τα τραγούδια που γράψαμε με τον Γιώργο, τα τραπέζια που έκανα σε φίλους,  την Κάτια να τη φωτογραφίζω γιατί το μαλλί της πόσο ταίριαζε με τον τοίχο του σαλονιού, την πόρτα του μπάνιου-σαλούν, τον κισσό στο μπαλκόνι και πόσο με παίδεψε να πιάσει, τα φυτά που όλο έφτυνα μην τα ματιάσω, τα χέρια, τις αγκαλιές, τα φιλιά, τους έρωτες, τα πρόσωπα , τα κορμιά, τα λόγια, τα όνειρα, τα τώρα, τα πριν, τα μετά, τα ποτέ, τις μουσικές, τις αναρτήσεις, τα δώρα και τα ξενύχτια, τη Μαίρη, την Ελευθερία, τον Μάνο,τη Μαρία, τα τραπέζια, τα ατέλειωτα βράδια με πίτσες και σουβλάκια και μαραθώνιους νουάρ φιλμ, τα βιβλία που ποτέ δεν έφταναν οι βιβλιοθήκες να τα χωρέσουν, οι μουσικές  που παραδόξως χωρούσαν τόσες πολλές και ανόμοιες, τα πρωινά,τα μεσημέρια, τα βράδια,εμένα, εσένα, όλα, τίποτα.

Δε φτάνει τελικά το περιτύλιγμα.τα πιάνω όλα χύμα μια αγκαλιά και φεύγω. Άλλο διαμέρισμα, άλλες συνθήκες.Κλειδώνω πίσω μου τον άδειο χώρο.Καθάρισα τα πάντα.τα πήρα μαζί μου.Μετακομίζω Άλλος αριθμός.
δεν είμαι πια ο 104.ή μήπως θα είμαι πάντα αυτός που έγινα εκεί;